Η μόνη γυναίκα που αγάπησε στη ζωή του: Η Αθήνα του Κώστα Ταχτσή

bloggerΟμάδα Άστυ 30.4.2014
τέχνες-πολιτισμός

tags: blogging

Η ενασχόληση της ελληνικής λογοτεχνίας με την Αθήνα ακολουθεί τις αλλαγές που συντελέστηκαν στην μορφή της ίδιας της πόλης. Ταυτόχρονα με την εξέλιξη της αστικής Αθήνας κατά την δεκαετία του 1870 εμφανίζεται και η λογοτεχνική της αποτύπωση, αρχικά με την μορφή της αστικής ηθογραφίας και κατόπιν με την φόρμα του αστικού ρεαλισμού, με ενδιάμεσο στάδιο την αθηναιογραφία. Η λογοτεχνική μορφή της Αθήνας θα αλλάξει κατά την περίοδο του ελληνικού μεσοπολέμου, που άλλωστε χαρακτηρίζεται από έντονες αλλαγές στον αστικό χάρτη: έλευση των μικρασιατών προσφύγων, άναρχη επέκταση του άστεως και «μοντερνοποίησή» του, αισθητικά και κοινωνικά. Σε αυτό το πλαίσιο, η γενιά του ’30 θα υιοθετήσει μια διαφορετική αντιμετώπιση σε ό,τι αφορά την εγγραφή της Αθήνας στη λογοτεχνία. Η τρίτη μεγάλη αλλαγή στην πόλη της Αθήνας μπορούμε να θεωρήσουμε ότι συντελέστηκε στα μεταπολεμικά χρόνια, καθώς η ερήμωση της υπαίθρου, η εσωτερική μετανάστευση, η αντιπαροχή (που συνδυάστηκε με ένα σχήμα «απολεσθέντος παραδείσου» για την πόλη) και η γιγάντωση της μικροαστικής τάξης επηρέασαν καθοριστικά την μορφή και τον κοινωνικό ιστό της Αθήνας. Όπως ήταν φυσικό, παράλληλα μεταβλήθηκε και η λογοτεχνική της αντανάκλαση, όπως εκφράστηκε από την μεταπολεμική γενιά της ελληνικής πεζογραφίας.

Χαρακτηριστικός εκπρόσωπος της μεταπολεμικής γενιάς, ο Κώστας Ταχτσής ήταν, σύμφωνα με τον Νίκο Δήμου, «ένα τυπικό γέννημα – θρέμμα της Αθήνας, που γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη» του οποίου τα βιβλία περιείχαν «πάρα πολύ Αθήνα», σύμφωνα με τις πρώτες λογοτεχνικές τους κριτικές. Ακολουθώντας το βλέμμα του Κώστα Ταχτσή πάνω στην Αθήνα, ακολουθούμε κατά ένα πολύ μεγάλο ποσοστό και το βλέμμα όλης της μεταπολεμικής πεζογραφίας πάνω στην πόλη.

Από την Αθήνα – σκηνικό στην Αθήνα πρωταγωνιστή

Ακολουθώντας την κατηγοριοποίηση της λογοτεχνικής αποτύπωσης της Αθήνας σε «λογοτεχνία της πόλης» και «πόλη της λογοτεχνίας» και προσπαθώντας να ανιχνεύσουμε την προβολή της Αθήνας μέσα στο έργο του Κώστα Ταχτσή, καταλήγουμε να εντάξουμε την λογοτεχνική του παραγωγή και στις δύο παραπάνω κατηγορίες. Στα «αμιγώς» λογοτεχνικά κείμενα του Ταχτσή, έχουμε την πανταχού παρούσα Αθήνα – σκηνικό, ενώ στην πλειοψηφία των βιωματικότερων κειμένων του (επιστολές, συνεντεύξεις, κείμενα που είδαν το φως της μεταθανάτιας δημοσίευσης στο Φοβερό Βήμα, αυτοβιογραφικές σελίδες δημοσιευμένες σε περιοδικά) η ίδια η Αθήνα αποκτά πρωταγωνιστική οντότητα.

Διαβάζοντας το Τρίτο Στεφάνι, είναι εύκολο να αντιληφθούμε ότι πρόκειται για ένα ξεκάθαρα αστικό ως προς τον τόπο, μικροαστικό ως προς την κοινωνική τάξη, μυθιστόρημα, στο οποίο ο χώρος του δράματος παίζει καθοριστικό ρόλο, χωρίς ωστόσο να αποτελεί οργανικό πρωταγωνιστή της ιστορίας. Το ίδιο μοτίβο επαναλαμβάνεται και στα διηγήματα που απαρτίζουν τα Ρέστα, στα οποία ο χώρος είναι συνήθως ρητά δηλωμένος, ή τέλος πάντων αναγνωρίζεται με σχετική άνεση, χωρίς όμως να υπερβαίνει ποτέ την σκηνογραφία.

Η αντιστροφή αυτού του αφηγηματικού τρόπου συναντάται στα αυτοβιογραφικά κείμενα του Κώστα Ταχτσή. Για παράδειγμα, αν και σχεδιασμένες να αποτελέσουν την αυτοβιογραφία του, πολλές σελίδες του Φοβερού Βήματος καθιστούν την πόλη κυρίαρχο πρόσωπο του δράματος, αφήνοντας τον ίδιο τον συγγραφέα σε δεύτερο πλάνο. Το γεγονός ότι μιλάμε για αυτοβιογραφικά κείμενα δεν σημαίνει βέβαια ότι έχουμε να κάνουμε με την «πραγματική» Αθήνα, όσο οξύμωρο μπορεί και να φαντάζει αυτό. Σε αυτό συντελούν τόσο η προσωπική ματιά του Ταχτσή πάνω στην Αθήνα, όσο και η ιδιόμορφη αντίληψή του περί αυτοβιογραφίας και η διαρκής του προσωπική αυτοσκηνοθεσία, που καθιστούν την Αθήνα. από πραγματική πόλη, πόλη λογοτεχνική. Στο έργο του Κώστα Ταχτσή συχνά είναι δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς το μύθο από την πραγματικότητα, γεγονός που αντανακλάται και στις βιωματικές του αφηγήσεις για την Αθήνα, είτε αφορούν το Φοβερό Βήμα, είτε ακόμα και τις προσωπικές του επιστολές. Η αφήγηση λόγου χάρη των παιδικών χρόνων του Ταχτσή στο Μεταξουργείο και τον Κολωνό δεν μπορεί να θεωρηθεί ιστορική πηγή για την Αθήνα του Μεσοπολέμου, παρά τον τοπωνυμικό της λόγο και το γεγονός ότι συμπεριλαμβάνεται σε μια αυτοβιογραφία. Το Μεταξουργείο και ο Κολωνός του Κώστα Ταχτσή, δεν παύουν να είναι γειτονιές χάρτινες, αντικατοπτρισμοί των υπαρκτών.

Ο νεοκλασικισμός ως άκρη του μίτου

Η Αθήνα του Κώστα Ταχτσή δε θα μπορούσε να στερείτε το βασικό συστατικό της μυθολογίας της, τον νεοκλασικισμό. Αν στις προσωπικές αντιλήψεις του Ταχτσή ο νεοκλασικισμός δεν ήταν παρά μόδα και σκηνογραφία, στο λογοτεχνικό του έργο τα νεοκλασικά σπίτια δρουν ως σημεία προσδιορισμού του αθηναϊκού χώρου και χρόνου, παράλληλα όμως και ως νοσταλγία για την Αθήνα που χάνεται αλλά και ως απέχθεια για την μικροαστική Αθήνα της αντιπαροχής που αρχίζει να εμφανίζεται στο προσκήνιο την δεκαετία του 1960. Ο νεοκλασικισμός για την Αθήνα του Ταχτσή έχει περισσότερη αξία για αυτό που φέρεται να συμβολίζει, παρά για αυτό που στην πραγματικότητα είναι.

Το πιο χαρακτηριστικό δείγμα χρήσης νεοκλασικού σπιτιού ως τοπόσημου στο έργο του Κώστα Ταχτσή δεν είναι άλλο από το «Σπίτι με τις Καρυάτιδες» της οδού Αγίων Ασωμάτων. Στεγάζοντας την νεότητα της Εκάβης στο Σπίτι με τις Καρυάτιδες, ο Ταχτσής δίνει το στίγμα του χώρου της πρώτης περιόδου του Τρίτου Στεφανιού, και ταυτόχρονα το στίγμα ολόκληρης της προπολεμικής Αθήνας. Εξάλλου, για τον αντίστοιχο προσδιορισμό του τόπου των μετέπειτα επεισοδίων στο Τρίτο Στεφάνι αρκεί μια αυλόπορτα με σφίγγες και κάκτους, ενώ η δραματική αλλαγή της ίδιας της πόλης καθορίζεται από το γεγονός ότι τα νεοκλασικά διακοσμητικά έχουν δώσει τη θέση τους «σε μια από αυτές τις απαίσιες πολυκατοικίες».

Η χρήση του Σπιτιού με τις Καρυάτιδες στο Τρίτο Στεφάνι μοιάζει να αποκρυσταλλώνει όλη την ιδεολογική φόρτιση του νεοκλασικισμού σαν συνδετικού κρίκου ανάμεσα στην αρχαία και την σύγχρονη Αθήνα. Αποτυπωμένο πρώτη φορά το 1952 από τον Γιάννη Τσαρούχη, το λαϊκό νεοκλασικό της Αγίων Ασωμάτων θα περάσει από το Τρίτο Στεφάνι για να συμπεριληφθεί, τριάντα χρόνια αργότερα και πάλι από τον Τσαρούχη στα σκηνικά των Θεσμοφοριαζουσων του Αριστοφάνη, σε μετάφραση του ίδιου του Κώστα Ταχτσή, μετάφραση που ο ίδιος υποστήριζε ότι συγγένευε με τη γλώσσα που μιλούσαν οι γυναίκες των παιδικών του χρόνων, τις λογοτεχνικές αντανακλάσεις των οποίων τοποθετεί στο ίδιο σπίτι. Σε αυτό το πλαίσιο, ίσως να μην είναι τυχαίο ότι ο πατέρας της Εκάβης, έτερος ένοικος αυτού του σπιτιού – συμβόλου, εμφανίζεται ως «πρακτικός αρχαιολόγος» που ήθελε «να γεφυρώσει το χάσμα που χώριζε την αρχαία Ελλάδα από την νέα». Μιλώντας για λογοτεχνικές αντανακλάσεις, αξίζει να παρατηρήσουμε ότι ο Άκης, alter ego του Κώστα Ταχτσή στο Τρίτο Στεφάνι, ξεκινά την πορεία του ως ζωγράφος ζωγραφίζοντας «παλιά αθηναϊκά σπίτια», μια αναφορά ίσως στον Γιάννη Τσαρούχη, που έθεσε τη βάση για το πέρασμα του Σπιτιού με τις Καρυάτιδες στον μύθο.

Πόλη του έρωτα: Λόφοι, πάρκα και λαϊκοί κινηματογράφοι

Ιχνηλατώντας τον έρωτα στην Αθήνα του Κώστα Ταχτσή, συναντούμε το ιδιωτικό να μπλέκεται με το δημόσιο, καθώς η αποτύπωση των ερωτικών αναζητήσεων και των ερωτικών συνευρέσεων συμβαίνει σχεδόν αποκλειστικά στο δημόσιο χώρο της πόλης και πολύ λιγότερα στα σπίτια που την ορίζουν. Ο λόφος του Φιλοπάππου, ο λόφος του Στρέφη και ο Λυκαβηττός αποτελούν τα κλασικά τοπία που θα στεγάσουν την ερωτική αφύπνιση του συγγραφέα, αλλά και την λογοτεχνική της αναπαράσταση. Στο Η γιαγιά μου η Αθήνα  ειδικότερα, ο λόφος του Φιλοπάππου θα εξαρθεί ως ερωτικό καταφύγιο, άλλοτε σαφέστερα και άλλοτε υπαινικτικότερα, τέσσερις διαφορετικές φορές, ενώ οι αναφορές σε απαγορευμένους έρωτες, πότε ρομαντικούς και πότε όχι, σε πάρκα, πλατείες και περιαστικές ερημιές είναι συχνότατες, τόσο στο Φοβερό Βήμα όσο και στο Τρίτο Στεφάνι.

Ο Ταχτσής, ο οποίος κατά δήλωσή του, «πασπάλιζε τα πάντα με μια ποιητική χρυσόσκονη» δεν παραλείπει να κάνει το ίδιο και για τις σκοτεινότερες εκφάνσεις του έρωτα. Οι λαϊκοί κινηματογράφοι, πραγματικά τοπόσημα της Ομόνοιας των μετόπισθεν, περιγραφόμενοι από τον Κώστα Ταχτσή μεταβάλλονται σε σύμβολα μιας σκοτεινής εποχής γεμάτης ερωτική στέρηση, καταπίεση και πουριτανισμό, ενώ το συνολικό αστικό τοπίο που φιλοξενεί τον επί χρήμασι έρωτα λαμβάνει μια αποτύπωση ναι μεν ανατριχιαστικά ρεαλιστική, ταυτόχρονα όμως γοητευτικά παρακμιακή και αμιγώς λογοτεχνική.

Καημένα σπίτια: Μεταξουργείο, οδός Μεγάλου Αλεξάνδρου, οδός Λεωνίδου

Οδός Λεωνίδου, Μεταξουργείο

Η γειτονιά του Μεταξουργείου παίζει το ρόλο του σκηνικού τόσο σε πολλά επεισόδια του Τρίτου Στεφανιού όσο και στα Ρέστα. Αποτελώντας την πρώτη γειτονιά στην οποία έμεινε ο μικρός Ταχτσής στην Αθήνα, και συνεπώς την πρώτη επαφή με την πόλη που έμελλε (όπως έλεγε ο ίδιος) να τον καθορίσει, το Μεταξουργείο αποτελεί τον καμβά για δύο περιόδους του Τρίτου Στεφανιού, την νεότητα της Εκάβης και την κάθοδο της οικογένειας Λόγγου στην Αθήνα.

Το Μεταξουργείο αποκτά στην αφήγηση του Κώστα Ταχτσή δύο αντιφατικά πρόσωπα. Το πρώτο αφορά την γειτονιά του 19ου αιώνα, μια συνοικία που σχεδιάζεται με την προοπτική να φιλοξενήσει το διοικητικό κέντρο της εν εξελίξει πρωτεύουσας, με τοπόσημα μεγαλοπρεπή νεοκλασικά κτήρια, την αρχοντική οδό Πειραιώς, αλλά και το νεκροταφείο του Κεραμεικού ως τόπο παιχνιδιού. Το δεύτερο, και πιο κυρίαρχο πρόσωπο, αφορά το Μεταξουργείο της δεκαετίας του 1930, με τους οίκους ανοχής, το αστυνομικό τμήμα και τον εργατόκοσμο. Η αρχοντική πλευρά του Μεταξουργείου παρουσιάζεται ως θαμπή ανάμνηση της οικογενειακής μυθολογίας του Ταχτσή, σε πλήρη αντίθεση με το τώρα της αφήγησης. Η αντιφάσεις του Μεταξουργείου, η αστικότητα και η λαϊκότητά του, σχηματοποιούν τον διχασμό που χαρακτήρισε τον Ταχτσή σε ολόκληρη την πορεία του, ο οποίος ένιωθε ότι ανήκε σε ένα «κόσμο αδεσμεύτων, κάνοντας επισκέψεις πότε στον υπόκοσμο και πότε στο κατεστημένο».

Εξάλλου, το Μεταξουργείο μοιραία αποτέλεσε και την μήτρα πολλών λογοτεχνικών ηρώων του Κώστα Ταχτσή, οι οποίοι έχουν τις απαρχές του στους συγγενείς του που ζούσαν στο πλαίσιο της γειτονιάς. Το αστικό περιβάλλον του Μεταξουργείου δηλώνεται ρητά στην αφήγηση, είτε μιλάμε για το Τρίτο Στεφάνι είτε για το Η γιαγιά μου η Αθήνα.  Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ωστόσο ο υπαινικτικός τρόπος με τον οποία παρουσιάζεται η γειτονιά του Μεταξουργείου στο διήγημα Ζήτημα ιδιοσυγκρασίας: ένα τραμ που περνάει έξω από το σχολείο, αρκεί για να καθορίσει χρονικά και χωρικά το διήγημα, ιδιαίτερα αν αντιπαραβάλει κανείς το διήγημα με τις αυτοβιογραφικές σελίδες του Κώστα Ταχτσή.

Το ωραιότερο μέρος της Αθήνας: Κολωνός, Σταθμός Πελοποννήσου, οδός Μενεδήμου

Οδός Πυρσού, Κολωνός

Η γειτονιά που ο Κώστας Ταχτσής πέρασε μεγάλο μέρος των παιδικών του χρόνων, ο Κολωνός και η περιοχή γύρω από τον Σταθμό Πελοποννήσου, αναγνωρίζεται εύκολα στα πρώτα κεφάλαια του αυτοβιογραφικού Φοβερού Βήματος. Η αποτύπωση του Κολωνού από τον Κώστα Ταχτσή πατάει με το ένα πόδι στα ανέμελα παιδικά βιώματα και στην ισχυρή εντύπωση της αθηναϊκής γειτονιάς και με το άλλο στην δεδομένες δύσκολες συνθήκες επιβίωσης σε μια από τις διαχρονικά πιο υποβαθμισμένες συνοικίες της Αθήνας. Ο Κολωνός έχει για πολλούς ταυτιστεί με τον Κώστα Ταχτσή, γεγονός στον οποίο συνετέλεσε και ο δραματικός του θάνατος στο σπίτι της οδού Τυρνάβου. Ενδεικτική αυτή της ταύτισης είναι η ομοφωνία όλων των δημοσιογράφων που επισκέφτηκαν τον συγγραφέα στον Κολωνό ότι «η γειτονιά του ταιριάζει» και ότι «θυμίζει κάτι από την ατμόσφαιρα του Τρίτου Στεφανιού». Πρόκειται για έναν αναχρονισμό, καθώς ο Κολωνός του τώρα ελάχιστη σχέση έχει με τον μεσοπολεμικό Κολωνό του Κώστα Ταχτσή, δηλωτικό ωστόσο της ταύτισης του έργου με τον συγγραφέα, ειδικά όταν οι τόποι του μύθου μπλέκονται με τους τόπους της καθημερινότητας. Ενδιαφέρον παρουσιάζει ο υπαινικτικός τρόπος με τον οποίο παρουσιάζεται η βίαιη μεταβολή του αστικού τοπίου στην γειτονιά: μια θέα που αποκρύβεται από μια νεοανεγερθείσα πολυκατοικία είναι αρκετή για να υποδηλώσει τον ερχομό της Αθήνας της αντιπαροχής. Πρόκειται για ένα συμβολισμό που χρησιμοποιήθηκε, εξίσου υπαινικτικά, και από τον Αλέκο Φασιανό, φίλο άλλωστε του Κώστα Ταχτσή και καλλιτέχνη με παρόμοια βιώματα όσον αφορά την πόλη, στην ενότητα «Ο Μύθος της γειτονιάς μου» που κοσμεί το σταθμό του Μετρό στο Μεταξουργείο.

Η τσοκαρογειτονιά: Νεάπολη, οδός Ιπποκράτους, οδός Σίνα

Το Τρίτο Στεφάνι μπορεί λόγω της αφηγηματικής του μορφής να εκτείνεται σε διάφορες γειτονιές, διάφορες πόλεις και διάφορα χρονικά επίπεδα, ωστόσο το «τώρα» του, η αρχή και το τέλος της αφήγησης της Νίνας, διαδραματίζεται στην Νεάπολη των Εξαρχείων. «Τσοκαρογειτονιά» κατά τον Κώστα Ταχτσή, η Νεάπολη φαίνεται να αντικατοπτρίζει πλήρως τον μικροαστικό μικρόκοσμο στον οποίο ο συγγραφέας πρωτοέδωσε λογοτεχνική υπόσταση μέσα από το Τρίτο Στεφάνι. Έστω κι αν χώρος της πλοκής δηλώνεται ανά περιπτώσεις ρητά, το γκρίζο και ασφυκτικό σκηνικό της μικροαστικής γειτονιάς δεν βγαίνει ποτέ σε πρώτο πλάνο: αποτελεί απλώς των κατάλληλο χώρο στον οποίο κινούνται οι πρωταγωνιστές της ιστορίας.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει ωστόσο, ότι στο Τρίτο Στεφάνι, κατά την εξιστόρηση των συμβάντων που αφορούν την γερμανική Κατοχή, οι δρόμοι, οι πλατείες, τα κτήρια και οι ημερομηνίες εμπλέκονται στην πλοκή σχεδόν με ιστοριοδιφική ακρίβεια. Αυτό το γεγονός μπορεί να εξηγηθεί αφενός από το ότι σύμφωνα με τον ίδιο τον Ταχτσή, η κύρια πλοκή του Τρίτου Στεφανιού έχει ήδη κορυφωθεί με το θάνατο της Εκάβης, και αφετέρου ότι τα τραγικά βιώματα της Κατοχής και του Εμφυλίου αποτέλεσαν κύριο θεματικό άξονα για όλους τους λογοτέχνες της μεταπολεμικής γενιάς. Υπό αυτό το πρίσμα, και παράλληλα με την εξέλιξη της πλοκής του Τρίτου Στεφανιού, μπορούμε να υποθέσουμε ότι ο Ταχτσής σκόπιμα καθιστά την Αθήνα πρωταγωνιστή των τελευταίων κεφαλαίων του Τρίτου Στεφανιού, δίνοντας στην αφήγησή του έναν τόνο ρεαλισμού και «ντοκουμέντου».

Τα μισοσκότεινα δρομάκια με τα σπαραχτικά ονόματα : Ψυρρή, Γεράνι, οδός Αθηνάς

Ψυρρή

Οι αναφορές του Κώστα Ταχτσή στην συνοικία του Ψυρρή περιστρέφονται γύρω από τον περίφημο καρναβάλι της γειτονιάς, που αποτέλεσε σημείο αναφοράς της αθηναϊκής αποκριάς, η οποία εξιστορείται από τον Ταχτσή με τρόπο σχεδόν ηθογραφικό. Στον αντίποδα της αθωότητας του παιδικού καρνάβαλου του Ψυρρή στέκονται οι σελίδες του Φοβερού Βήματος

Στο Ψυρρή, το Γεράνι και την ευρύτερη περιοχή της οδού Αθηνάς ο Κώστας Ταχτσής εκδιδόταν ως τραβεστί από την δεκαετία του 1970 ως και λίγα χρόνια πριν το θάνατό του. Το σκηνικό της περιοχής, όπως περιγράφεται στο Φοβερό Βήμα, αλλά και στις επιστολές του Ταχτσή, συνθέτουν τα λαϊκά ξενοδοχεία της Αθηνάς και της Σωκράτους, παρηκμασμένα σε καταλύματα ημιδιαμονής και ετοιμόρροπα ήδη τον καιρό του Ταχτσή, όπως τα «Βαλκάνια», η «Οίτη», το «Βασιλικόν» και η «Εστία» και τα ετοιμόρροπα, εγκαταλελειμμένα σπίτια με τις έρημες αυλές τους. Η ανθρωπογεωγραφία της γειτονιάς περιλαμβάνει τραβεστί – παλιάτσους, γριές ξεδοντιάρες πόρνες, παλαιστές, φύλακες της λαχαναγοράς, λαϊκούς νέους από τον Πειραιά, σμηνίτες, ναύτες και φαντάρους, ένα αυθύπαρκτο λούμπεν προλεταριάτο που δημιουργεί μια πόλη μέσα στην πόλη,  απρόσιτη στον κόσμο της ημέρας αλλά και στους ομότεχνους του συγγραφέα. Ειδικά η οδός Σωκράτους λαμβάνει τον ρόλο του άξονα της αμαρτίας σχεδόν σε όλο το έργο του Ταχτσή, περιγραφόμενη διαχρονικά με τα μελανότερα χρώματα.

Η αντίστιξη ανάμεσα στο Ψυρρή των δεκαετιών του 1930 και του 1980 παρουσιάζεται ανάγλυφη στα κείμενα Μνήμη της αποκριάς και στο κεφάλαιο «Συγνώμη, κύριε Ταχτσή, δεν ήξερα πως είστε εσείς» από το Φοβερό Βήμα. Το ανέμελο Ψυρρή των παιδικών χρόνων του Κώστα Ταχτσή έχει δώσει τη θέση του σε μια συνοικία σκοτεινή, παραμορφωμένη και γκροτέσκα. Καθώς το σχήμα του κύκλου εμφανίζεται πολλές φορές στο συγγραφικό έργο του Ταχτσή μπορούμε να θεωρήσουμε την αντιπαραβολή των δύο όψεων του Ψυρρή ως σύμβολο για την κάθοδο και την αλλοτρίωση της ίδιας της Αθήνας.

Χαρτογραφώντας την «πόλη του μύθου»

Η «λογοτεχνική γεωγραφία» αποτελεί μια τάση που αναπτύσσεται σε παγκόσμιο επίπεδο, είτε πραγματεύεται την οπτικοποίηση πραγματικών πόλεων που σκιαγραφούνται σε λογοτεχνήματα, είτε ακόμα και την χαρτογράφηση του ανύπαρκτου και της εναλλακτικής ιστορίας.

Επιχειρώντας την χαρτογράφηση της Αθήνας του Κώστα Ταχτσή, χαρτογραφούμε την προβολή του υποκειμενικού πάνω στο αντικειμενικό.  Η Αθήνα του Ταχτσή δεν είναι παρά η «πόλη του μύθου», η πόλη της λογοτεχνίας του, η οποία όμως προβάλλεται σε έναν δεδομένο και συγκεκριμένο αστικό χώρο. Αυτή η σύμφυση της υποκειμενικής οπτικής με την πραγματικότητα ίσως είναι που καθιστά ακόμα πιο ενδιαφέρουσα την απόπειρα της χαρτογράφησης της Αθήνας του Κώστα Ταχτσή. Επιχειρώντας να καταγράψουμε σε έναν πραγματικό χάρτη την Αθήνα των σελίδων του Ταχτσή σκιαγραφούμε την αναφορικότητα του έργου του: η Αθήνα που περιγράφεται είναι ένας λογοτεχνικός τόπος, σε άμεση και συνεχή σύνδεση με τον πραγματικό. Το Τρίτο Στεφάνι και τα διηγήματα από τα Ρέστα αποτελούν μια παράλληλη πραγματικότητα της Αθήνας, που χρωστάει όμως την ίδια της την ύπαρξη στην πραγματική, απτή Αθήνα. 

Σχεδιασμός Χάρτη: Κατερίνα Συνοδινού

Κείμενο & Φωτογραφίες: Γιώργος Θάνος  / Ομάδα Άστυ, Απρίλιος 2014

Περισσότερες πληροφορίες για την βιβλιογραφία που χρησιμοποιήθηκε καθώς και τις άλλες δραστηριότητες της Ομάδας Άστυ στο επίσημο blog της ομάδας: Ομάδα Άστυ official blog

tags: blogging