Το… νησί της Σωφρονίου

bloggerT.A.F. 7.7.2015
practiscope

tags: blogging

Ένας πεζόδρομος στο Γκάζι με τραπεζάκια έξω, διακριτικά φώτα και άφθονο χρώμα

Νικήτας Καραγιάννης

Επάνω στην προετοιμασία του τεύχους, ο Κώστας γύρισε και με ρώτησε: «Εχεις περάσει πρόσφατα από την οδό Σωφρονίου στο Γκάζι;». Διαβάζοντας στην έκφρασή μου μια προσπάθεια να θυμηθώ πού ακριβώς βρίσκεται ο δρόμος, έσπευσε να με κατατοπίσει. «Ναι! Τον ξέρω τον δρόμο», του απάντησα «Λες για το μικρό σοκάκι μεταξύ Ευμολπιδών και Βουτάδων, αλλά έχω να περάσω καιρό; Γιατί;». «Εχουν ανοίξει διάφορα όμορφα στέκια και ο δρόμος θυμίζει νησί!». Ο Κώστας έχει «μάτι» για κάτι τέτοια, καθότι περνάει πολύ από τον χρόνο του περιδιαβαίνοντας την πόλη από την μια της άκρη στην άλλη, με την περιέργεια ενός νεαρού πρόσκοπου. Κι εγώ πάλι ξέρω ότι για να το λέει, κάτι υπάρχει εκεί. Με λίγα λόγια μόλις μου είχε δώσει το επόμενο ρεπορτάζ.

Απόγευμα στο Γκάζι και μπαίνω στον στενό δρόμο. Είχα περάσει από εκεί σε πλαιότερες βόλτες μου και θυμόμουν το πρώτο μπαράκι που είχε ανοίξει, το A Liar Man, προσθέτοντας το σοκάκι στους προορισμούς της αθηναϊκής διασκέδασης. Το μαγαζί, που έγινε πολύ γνωστό από το ξεκίνημά του είναι αυτή την εποχή κλειστό «λόγω θέρους» και θα ανοίξει πάλι το φθινόπωρο. Ομως, τα υπόλοιπα, για τα οποία μιλούσε ο συνεργάτης μου, είναι ανοιχτά. Τραπεζάκια έξω, διακριτικά φώτα και άφθονο χρώμα σου δίνουν πραγματικά την εντύπωση ότι μπορεί και να βρίσκεσαι σε κάποιο νησί, αν και όχι απαραίτητα κυκλαδίτικο. Μεταξύ των μαγαζιών υπάρχουν και μερικές μικρές «αλάνες» τις οποίες έχουν φιλοτεχνήσει γκραφιτάδες με ωραία γκράφιτι που τονίζουν ότι όλα εδώ είναι προσεγμένα. Ακόμα και στους εξωτερικούς τοίχους των μαγαζιών οι αισθητικές επεμβάσεις αυτού του urban τύπου είναι γενναιόδωρες. Η στενότητα του δρόμου δημιουργεί μια οικειότητα, μια αμεσότητα με τον περιβάλλοντα χώρο και γι αυτό -πολύ σωστά- δεν βλέπεις πουθενά παρατημένα ή γυμνά σημεία.

To Flamme Rouge cycle cafe bar έχει στην κόκκινη ταμπέλα του τη σιλουέτα ενός ποδηλάτου, ενώ και η έξυπνη προσαρμογή του ποδηλάτου -ως φιλοσοφία- παντού στη διακόσμηση δεν σου αφήνει αμφιβολίες για την αφοσίωση του μπαρ στο μέσο και τους λάτρεις του. Η δεύτερη είσοδός του βρίσκεται από την άλλη πλευρά, στην παράλληλη οδό Τριπτολέμου και το νούμερο 26. Ομως, στη Σοφρωνίου, «απλώνεται» και απέναντι, μέσα σε μια μεγάλη αυλή, η οποία είναι διακοσμημένη με καθίσματα από ξύλινες παλέτες αλλά και αιώρες για απόλυτη χαλάρωση που σε κάνουν να θυμηθείς ότι πολλές φορές έχεις πει ότι θα αγοράσεις μια για το σπίτι χωρίς ωστόσο να το έχεις καταφέρει. Γιατί άραγε; Ανοίγει από τις 10 το πρωί και μένει «όσο πάει» – έκφραση που άκουσα σε όλα τα μαγαζιά του δρόμου. Το ποτό εδώ κοστίζει έξι ευρώ, το κρασί τέσσερα και οι μπίρες τρεισήμισι έως πέντε ευρώ, ενώ δημοφιλής είναι και η σπιτική του σανγκρία. Στα decks παίζεται πολλή funky, groovy μουσική, jazz, rock και πιο απαλά ακούσματα.

Στο νούμερο 12 εκτυλίσσεται ένας μεγάλος έρωτας με τον καλλιτέχνη Rene Magritte, στο μπαρ που φέρει το όνομά του. Ολα εδώ κινούνται γύρω από το σύμπαν του και μάλιστα με πολύ καλαίσθητο τρόπο. Τα μικρά, πολύχρωμα, τραπέζια στον δρόμο είναι πλαισωμένα από μεγάλα γκράφιτι που δημιουργούν οπτικά παιχνίδια με μικρές λεπτομέρειες σπιτιών, οι οποίες θυμίζουν Παρίσι. Στο εσωτερικό παντού εικόνες και αναφορές στον καλλιτέχνη συνθέτουν τον ζεστό διάκοσμο. Καφέδες από δύο ευρώ, ποτά από έξι και σνακ από δύο ευρώ. Η μουσική είναι γενικά «ανεβασμένη» σε διαθέσεις swing και salsa, αλλά και καλή, χαρούμενη jazz.

Δίπλα βρίσκεται το Plastiko cocktails cafe, ήδη στον τρίτο χρόνο λειτουργίας του και αγαπητό για τα κοκτέιλ που σερβίρει. «Ξεναγός» μου πίσω από το μπαρ, ο Πάνος. Ο διάκοσμος είναι σαφώς ντιζαϊνάτος σε μπεζ, γήινους τόνους. Η μουσική που ακούγεται πιάνει μια μεγάλη γκάμα επειδή διοργανώνονται και πολλές θεματικές βραδιές με jazz, house και reggae. Με τον Πάνο μιλάμε για διάφορα πράγματα. Είναι ο κλασικός καλός μπάρμαν που θέλεις να έχεις απέναντί σου. Τον ρωτάω για τον κόσμο και τις συγκυρίες που περνάμε. «Κοίτα, είναι λίγο σφιγμένος στην αρχή της βραδιάς, αλλά γρήγορα χαλαρώνει. Βρίσκει τρόπους να ξεφύγει, αφήνοντας τα προβλήματα στην άκρη», μου λέει. Οι τιμές για κρασί, μπίρες, ποτά και κοκτέιλ κυμαίνονται από τρεισήμισι μέχρι επτά ευρώ, ενώ οι πόρτες του μαγαζιού ανοίγουν στις 6 το απόγευμα ακολουθώντας και εδώ το «μέχρι όσο πάει».

Ο γραφικός δρόμος έχει κάτι για όλους. Η αντρική γκέι πελατεία βρίσκει ένα πολύ ωραίο στέκι στο Moustaki Bar με το ωραίο logo στην είσοδο. Εννοείται ότι δίνεται μια κάποια έμφαση στα προσεγμένα μουστάκια, τα γένια και στην αισθητική των τρυφερών bears/αρκούδων της πόλης. Πολύ καλές μουσικές χορευτικές -και όχι μόνο- επιλογές, άψογο σέρβις και κυρίως γελαστές φάτσες! Διασκέδαση, σαφώς, μέχρι όσο πάει, μπορεί και αργότερα. Τελικά, ο Κώστας είχε δίκιο για τη Σωφρονίου και το urban νησί που φυλάει μέσα της. Τα πάντα όλα και για όλα τα γούστα σε έναν ονειρικό μικρόκοσμο που δεν θέλεις να μεγαλώσει περισσότερο.

Πηγή (Metropolispress)

tags: blogging