Αστική saga στο Κουκάκι

bloggerT.A.F. 5.3.2015
practiscope

tags: blogging

Μία βόλτα στα νέα στέκια που φιλοξενούνται στους πεζόδρομους της περιοχής

Νικήτας Καραγιάννης

Τα καινούργια θαύματα των γειτονιών της Αθήνας που ανανεώνουν όχι μόνο τις ίδιες αλλά και την πόλη στο σύνολό της είναι αυτά τα οποία μετατρέπουν μια απλή περιήγηση σε «περιπέτεια» ντυμένη με ευχάριστες εκπλήξεις. Προορισμός αυτού του τεύχους του “Metropolis”, το Κουκάκι. Η παλιά ιστορική γειτονιά στην ανατολική βάση της Ακρόπολης που τα τελευταία χρόνια θέλει να διεκδικήσει μια θέση στη ζωντανή πλευρά της πόλης με νέα μπαρ και προσεγμένα εστιατόρια. «Eνα τσιγάρο δρόμος» από τις παρυφές του περιφερειακού του Φιλοπάππου. Ουκ ολίγοι επισκέπτες το αποκαλούν ήδη «αντίπαλον δέος των Πετραλώνων». Πνευματικό, ρομαντικό και συνάμα μοντέρνο, είναι βασικά «καινούργιο» στο σκηνικό της διασκέδασης. Και αυτό είναι ίσως το πιο δυνατό χαρτί του και εκείνο που του δίνει την πολυτέλεια της συνέχειας στο μέλλον. Από τη στάση Φιξ του μετρό, στην οδό Δράκου, περνάμε στην οδό Φαλήρου και στη συνέχεια κατευθυνόμαστε νότια προς το τέλος της στον πεζόδρομο Γεωργίου Ολυμπίου για να βρούμε τους λόγους αυτής της «μεταμόρφωσης». Και, όντως, είναι όλοι εκεί. Ομως, πίσω από κάθε μας νέα ανακάλυψη βρίσκουμε ακόμη περισσότερες: τους ανθρώπους που κάνουν τη διαφορά.

Περιοχή πιο εναλλακτική, στενή κοινωνία μιας κυρίως μεσαίας τάξης, όπως λένε οι ίδιοι οι κάτοικοί του, το Κουκάκι ψάχνει τη νέα του ταυτότητα φέρνοντας μαζί του μια κληρονομιά παλιάς πνευματικής πατίνας. Λένε επίσης ότι επειδή δεν υπάρχουν πολλές πλατείες έδωσαν αγώνες ώστε να δημιουργηθούν πεζόδρομοι. Η δημιουργία του νέου Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης στο φυσικό του όριο, τη Λεωφόρο Συγγρού, υπόσχεται ακόμη μεγαλύτερο άνοιγμα προς το ευρύτερο κοινό του πνεύματος και των τεχνών. Στις ιδιαιτερότητές του Κουκακίου είναι η θέση του «κέντρου απόκεντρου», η προσβασιμότητά του, όπως και το γεγονός πως ακόμη και όσοι έρχονται για να κατοικήσουν δεν φεύγουν εύκολα. Μένουν πολλές δεκαετίες, «ρίχνουν ρίζες» όπως μας είπαν χαρακτηριστικά. Οι πελάτες των πρώτων μαγαζιών άνοιξαν τα δικά τους, συνεχίζοντας και ενισχύοντας το τοπικό σκηνικό. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο πεζόδρομος Γεωργίου Ολυμπίου που αριθμεί σχεδόν 20 επιχειρήσεις.

Το εστιατόριο Μικρή Βενετία άνοιξε πριν από δύο χρόνια στο Νο 15 της Γ. Ολυμπίου και τραβάει το βλέμμα μας καθώς ανεβαίνουμε τον πεζόδρομο. Ενα ζεστό, άκρως δημιουργικό και φιλόξενο design, με μια μεγάλη επιγραφή στον ένα τοίχο με τον συλλογισμό του Andre Breton «Ο Ανθρωπος είναι η απάντηση, όποια κι αν είναι η ερώτηση», σε κάνει να σκεφτείς ότι «εδώ, κάτι ανθρώπινο συμβαίνει». Η ιδιοκτήτρια, η Βενετία Αυγερινού, μια όμορφη γυναίκα με έξυπνο, γεμάτο λόγο γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Κουκάκι. Ζητάμε να μας περιγράψει τη γειτονιά της. Μιλάει με αγάπη για τις μικρές όμορφες διαδρομές που το διασχίζουν, τις νεραντζιές που φύτεψε ο Αντώνης Τρίτσης. «Είναι φρέσκια, αλλά έχει την πατίνα του χρόνου. Είναι γεμάτη φοιτητόκοσμο που την επιλέγει επειδή είναι δυο βήματα από την Ακρόπολη».

«Εχουμε μεγάλο μεράκι για τα υλικά που προμηθευόμαστε από όλη την Ελλάδα. Το στοιχείο της φαντασίας είναι έντονο», συνεχίζει η ιδιοκτήτρια για την κουζίνα του μαγαζιού. «Τα δοκιμάζουμε και μετά ο κόσμος δίνει την κατεύθυνση. Οταν κάτι γίνεται αγαπητό τότε αποκτά μια πιο σταθερή θέση στο μενού, αλλά έχοντας πάντα στο νου ότι πρέπει να ανανεωνόμαστε».

Σαν παράδειγμα αναφέρει το απάκι γιουβετσάδα και το συκώτι που το κάνει ξεχωριστό τόσο ο τρόπος παρασκευής του, όσο και η ποιότητα του υλικού. «Αλλάξαμε πολλούς χασάπηδες μέχρι να βρούμε τον κατάλληλο και στην συνέχεια τον… εκπαιδεύσαμε πώς να μας το κόβει. Το φαγητό δεν έχει στενά σύνορα γι” αυτό και έχουμε ακόμη και εξωτικό ταϊλανδέζικο πιάτο». Πάνω στην κουβέντα έφτασε και το ζεστό δείγμα, από τα ωραιότερα που έχουμε δοκιμάσει. «Με τις γεύσεις ταξιδεύουμε εντός και εκτός συνόρων. Βλέπετε η δική μας όρεξη δεν έχει στερέψει», μας λέει. Το χύμα κρασί είναι εξαιρετικό, βραβευμένο στα 100 καλύτερα της Ελλάδας (το κόκκινο έρχεται από το Μουλάκι Μεσσηνίας), ενώ η ρακή φτιάχνεται από δύο ποικιλίες σταφυλιών και τα τσίπουρα από μικρούς παραγωγούς και περιορισμένα αμπέλια της Καρδίτσας και του Παρνασσού.

Βγαίνουμε έξω χορτασμένοι από τα αρώματα, τις γεύσεις και το κόκκινο κρασί της Βενετίας και διασχίζουμε τον πεζόδρομο. Μπαίνουμε στο Ασύμμετρο, ένα από τα κουκλίστικα μικρά μπαράκια που είναι αραδιασμένα στη σειρά απέναντι. Μας καλωσορίζει ένα κομμάτι του Πολ Μακάρτνεϊ με τους Wings. Λεπτομέρειες λαμπερού πράσινου και πορτοκαλί χρώματος, διάκοσμος που ακτινοβολεί νεανική φρεσκάδα σε μπεζ φόντο, με σκούρους πάγκους και τραπεζοκαθίσματα. Τον Μακάρτνεϊ διαδέχεται ο Φιλ Κόλινς που τραγουδάει πάνω από ένα κέρασμα οινόμελου. Ο συνδυασμός μιλάει μόνος του για το μαγαζί που άνοιξε πριν από 14 μήνες. Ο Θοδωρής Παναγόπουλος είναι 29 ετών και συνιδιοκτήτης με τον εξάδελφό του. Χαμόγελα. «Παιδιά το οινόμελο είναι ό,τι πρέπει για το κρύο». Εξω, ο αθηναϊκός Φλεβάρης δείχνει τις παραξενιές του.

Γεννήματα-θρέμματα του Κουκακίου με τον εξάδελφό του, ο Θοδωρής μας λέει κατ’ αρχάς πόσο αγαπούν την περιοχή. «Εδώ συμβαίνει μια ωραία αλλαγή τον τελευταίο καιρό. ‘Ανεβαίνει’ ο πεζόδρομός μας και τραβάει κόσμο. Το 70%-80% των επιχειρηματιών είναι Κουκακιώτες που δουλεύουν οι ίδιοι στα μαγαζιά τους. Το πολύ θετικό στη γειτονιά είναι η αλληλεγγύη μεταξύ μας. Βοηθούμε ο ένας τον άλλον». Δεν σκεφτόταν ποτέ ότι θα κάνει μαγαζί. «Μου αρέσει η συναναστροφή με τον κόσμο. Οι συνθήκες με ώθησαν πιο εύκολα στον χώρο της εστίασης. Στην αρχή με φόβισε, έχασα άλλες ευκαιρίες αλλά δεν πειράζει. Δεν είμαστε από πλούσιες οικογένειες. Το 70% του μαγαζιού το φτιάξαμε πουλώντας τα αυτοκίνητά μας, από βοήθεια συγγενών και φίλων. Τα πάντα πέρασαν από τα χέρια όλων μας».

Ο διάκοσμος το μαρτυρά. Το μεράκι φαίνεται. «Η επιλογή μας ήταν μονόδρομος» συνεχίζει. «Επρεπε να ρισκάρουμε. Δεν σκεφτόμασταν να γίνουμε πλούσιοι, αλλά να δημιουργήσουμε. Παλαιότερα, στους καλούς καιρούς, με ενοχλούσε η σκέψη ‘να βγουν λεφτά’. Για παράδειγμα, το οινόμελο μπορεί να γίνει με ζάχαρη, αλλά γιατί να στο φτιάξουμε έτσι; Γιατί όχι με καλό κρασί, ώστε να βγει σωστό και ωραίο; Δεν θέλω το πιο εύκολο ή να δουλεύω λιγότερο. Επιδιώξαμε να φτιάξουμε ένα σημείο συνάντησης για τη δημιουργικότητα, το όνειρο και την πραγματικότητα».

Ολοι οι επιχειρηματίες του κλάδου της εστίασης με τους οποίους μιλάμε στο πλαίσιο αυτής της σειράς ρεπορτάζ επισημαίνουν ότι η γραφειοκρατία αποτελεί ένα σοβαρό εμπόδιο για όποιον αποφασίζει να ξεκινήσει μια δουλειά. Παρόλα αυτά, ο συνομιλητής μας εκφράζει τη βεβαιότητα ότι οι νέοι πρέπει να τολμούν λέγοντας χαρακτηριστικά: «το ρίσκο έχει ομορφιά, και είναι σαν μικρόβιο. Οταν μπεις στον χώρο της δημιουργίας εθίζεσαι. Το οικονομικό κομμάτι είναι σημαντικό, αλλά όχι περισσότερο από τα υπόλοιπα. Οι νέοι να κάνουν το βήμα επειδή συνήθως δεν έχουν υποχρεώσεις, που σημαίνει ότι ‘η σφαλιάρα, αν έρθει, θα είναι μόνο για μένα και όχι για άλλους’». Το Ασύμμετρο δεν φαίνεται να δίνει σφαλιάρες σε κανέναν. Αντιθέτως, μάλλον αγκαλιές χαρίζει. Οι παρέες δίπλα μας το διασκέδαζαν όσο κι εμείς. Τα φώτα του ανάβουν μαζί με τη μουσική από τις 10 το πρωί έως «όσο πάει».

Δίπλα, στο Νο 14, περνάμε στο παραδοσιακό καφενείο Πατρίδες, έναν χώρο που μέσα από έναν μικρό μαυροπίνακα κοντά στην είσοδο μας προτρέπει: «Επίτρεψε την τέχνη στη ζωή σου». Φωτογραφίες από διάσημους μουσικούς, σταρ του σινεμά, χορευτές, μουσικά όργανα που έχουν γίνει φωτιστικά ή απλώς κρέμονται από τους τοίχους δεν αφήνουν καμία αμφιβολία για τις προθέσεις και τον προσανατολισμό.

Βρισκόμαστε στη… δικαιοδοσία της Κυριακής Τσακιρίδου, που το άνοιξε πριν από πέντε χρόνια. Ξεχειλίζοντας ενέργεια η Κυριακή δηλώνει Κουκακιώτισσα «εδώ και 25 χρόνια». Είναι μουσικός, πιανίστρια αλλά και στα κρουστά ενός γκρουπ, «με το οποίο κάναμε σχολή», όπως μας εξηγεί, «με τον Νίκο Τουλιάτο σε live κλπ.». Το έκανε σαν παράλληλη απασχόληση και όχι σαν κύριο επάγγελμα αλλά ακόμα και σήμερα την ενδιαφέρει πολύ. Ομως, σπεύδει να συμπληρώσει, «με την κρίση η μουσική δεν πληρώνεται». Της ζητάμε να μας μιλήσει για το μαγαζί. «Κάποια στιγμή έμεινα μόνη μου, με κόστος, για να κάνω άλλα πράγματα. Είναι μια δέσμευση που έχω πάρει επάνω μου και μ’ αρέσει. Εφτιαξα αυτό τον χώρο ακριβώς όπως είναι το σπίτι μου, χωρίς αισθητική του ‘δήθεν’ και χωρίς να έχω στόχο τα λεφτά. Πιστεύω ότι πρέπει να είμαστε ο εαυτός μας, παντού. Γι αυτό και όσοι δουλεύουν εδώ είναι φίλοι, μουσικοί και ηθοποιοί».

Και για αυτήν, η γειτονιά της είναι μια οικογένεια και έτσι η λέξη «αλληλεγγύη» βρίσκεται πάλι μπροστά μας. «Οταν πρωτομπήκα σ’ αυτή την περιπέτεια σκεφτόμουν ‘γιατί όχι;’. Και τώρα, όμως, δεν προλαβαίνω τον χρόνο». Για τρία χρόνια δούλευε σε μουσικά γυμνάσια και λύκεια, παράλληλα με το μαγαζί. Ξυπνούσε στις 6:30 πμ. για να προλάβει μέχρι το τέλος της μέρας χιλιάδες πράγματα. Οπότε, στο τέλος της μέρας ποιο είναι το «συν»; «Η επαφή με τους ανθρώπους, αν και κάπου φορτώνεσαι». απαντά η μουσικός. Πιστεύει ότι αυτή η εποχή, με όλες τις δυσκολίες της, είναι παρόλα αυτά η καλύτερη για να κάνεις ό,τι γουστάρεις, να περνάς καλά, «αλλά με την προϋπόθεση να μην είναι πρώτος σου στόχος τα χρήματα». Διακόπτει την κουβέντα μας μόνο για υποδεχτεί τους πελάτες και φίλους της, όπως θα έκανε και στο σπίτι της. «Πού είσαι εσύ; Πάρε τηλέφωνο». Η απόλυτη οικειότητα. «Εδώ είναι όλοι φίλοι. Και όσοι δεν είναι, γίνονται. Η κόρη μου, 19 ετών, τους ξέρει όλους με τα ονόματά τους. Από τον κόσμο εισπράττω και τα καλά και τα άσχημα», μας λέει μόλις τους τακτοποιεί σε ένα από τα ρομαντικά ξύλινα τραπέζια. «Γίνομαι ψυχαναλυτής τους». Η Κυριακή εκτός από «ψυχανάλυση» προσφέρει καφέδες, βότανα, ροφήματα, ποτά, κρασί, ρακή, ρακόμελα «με συνταγή Αμοργού» και μεζέδες που φτιάχνει η ίδια. Οι τιμές και στις Πατρίδες είναι πολύ φιλικές (4 ευρώ το καραφάκι η ρακή και από 2,50 ευρώ οι μεζέδες).

Η μικρή αστική saga μας συνεχίζεται στο διπλανό Σπιρτόκουτο του Χρήστου Δέδε, που συμπληρώνει έξι χρόνια λειτουργίας. Πριν από αυτό ο Χρήστος ήταν αθλητής. Ενας καλοσυνάτος, χαμογελαστός νέος με γερό παράστημα και πρόσωπο που θυμίζει αρχαία ελληνική προτομή, ασχολούνταν με τα μπαρ επειδή και σε αυτόν άρεσε η επικοινωνία με τον κόσμο αλλά και να φτιάχνει κοκτέιλ. Μένει στον γειτονικό Νέο Κόσμο και συχνάζει στο Κουκάκι από μικρός, επειδή του δίνει την αίσθηση μιας γειτονιάς «με ωραίο ιδεολογικό υπόβαθρο και πολλά καλλιτεχνικά στοιχεία». Με το Σπιρτόκουτο έδωσε σάρκα και οστά στο όνειρό του να φτιάξει ένα χώρο με τα δικά του στοιχεία «cozy, τρυφερό, ζεστό». Το έχει καταφέρει εντελώς! Τα πάσα έχουν επιφάνειες από παλιά πλακάκια παρμένα από παλιά αρχοντικά, ξύλο παντού, μικρά κομψά αμπαζούρ με διακριτικό φωτισμό και στον ένα μεγάλο τοίχο μια σειρά από φωτογραφίες ανθρώπων του πνεύματος αλλά και του οινοπνεύματος, όπως Εντγκαρ Αλαν Πόε, Τρούμαν Καπότε και Ερνεστ Χέμινγουεϊ σε βάζουν σε ένα σωστό… χωροχρόνο για ποτά.

Το κοινό του μαγαζιού (κυρίως 27-40 ετών) αγαπά αυτό ακριβώς: το καλό ποτό όπως και τη μουσική swing, jazz, classic rock και blues. Ο Χρήστος είναι ένας αισιόδοξος άνθρωπος ακόμα και σε αυτούς τους δύσκολους καιρούς. «Βλέπω πολύ κόσμο να είναι πιο διστακτικός από πριν σε πολλά πράγματα, αλλά τους λέω ότι όλα θα πάνε καλά». Θεωρεί τον εαυτό του τυχερό επειδή ο κόσμος έχει κάνει στροφή στα μικρά μαγαζιά και συμβουλεύει όσους θέλουν να μπουν τώρα στον χώρο να μην το κάνουν αν προηγουμένως δεν έχουν δουλέψει σ’ αυτόν. «Να το έχουν ζυγίσει σωστά, να το αγαπούν και να μην έχουν στόχο το κέρδος. Το μπαρ είναι μαγικό πράγμα, αφροδισιακό. Θέλει αγάπη. Εγώ δουλεύω εδώ 15 ώρες, αλλά βγαίνω χαρούμενος. Δεν θυμάμαι ποιος είπε ‘διάλεξε μια δουλειά που αγαπάς και δεν θα δουλέψεις ποτέ’, αλλά είχε δίκιο». Τον χαιρετάμε με τη σκέψη ότι το Σπιρτόκουτο έχει ό,τι χρειάζεται για να ανάψει τη νύχτα.

Λίγο πιο πάνω, στο Νο 5-9 βρίσκουμε το Κουκί, που άνοιξε τον Μάιο του 2004. Εκεί συναντάμε τον Σπύρο Πρωτοψάλτη, ο οποίος έχει συνεταιρικά αυτό το μαγαζί με τον Παναγιώτη Τσαγκαράκη. Και αυτό το μικρό μπαρ έχει μια μεγάλη προσωπικότητα. Διακοσμημένο σε στιλ που θυμίζει έντονα ένα νησί που πλέει σε ένα πέλαγος ώχρας, με έναν επιβλητικό θόλο που αμβλύνει το οπτικό μας πεδίο, έχει απαλό φωτισμό από απλίκες που χάνονται στους τοίχους με το ξύλο και εδώ σε πρώτο πλάνο.

«Ξεκινήσαμε για πλάκα», λέει ο Σπύρος, χαλαρός πίσω από το μικρό όμορφο μπαρ. Βρήκαμε την περιοχή μέσω μιας φίλης και είπαμε «οκέι, είναι όμορφα εδώ». Το μαγαζί ήταν παλιά καφενείο και θέλαμε να το μεταμορφώσουμε σε κάτι πιο νεανικό». Εργαζόταν στην οικογενειακή επιχείρηση υφασμάτων, η οποία έκλεισε το 2011, και αφού συνέχισε για λίγο στον ίδιο χώρο αποφάσισε να μπει στην εστίαση. «Οταν ανοίξαμε δεν υπήρχαν ‘στημένες’ περιοχές, όπως τα Πετράλωνα ή ο Βοτανικός, παρά μόνο η οδός Ηρακλειδών. Να σας πω, δεν βρίσκω κάτι πολύ δύσκολο σε αυτό που κάναμε. Ξεκινήσαμε σαν ρακάδικο, αλλά το γυρίσαμε σε μπαρ. Αυτό με άγχωσε στην αρχή αλλά μ’ αρέσουν οι αλλαγές. Η διασκέδαση είναι να δίνεις events και μουσική». Εδώ ακούγονται funk, moody sounds και new wave, ενώ τα σαββατοκύριακα γνωστοί djs παίζουν indie, dance, ’60s και ’70s.

Ο Σπύρος έχει μεγαλώσει στην Πεύκη από όπου «απέδρασε» το 2004. Νοίκιασε σπίτι δίπλα στο μπαρ αλλά τώρα μένει στην Ακαδημία Πλάτωνος. Για τη σημερινή κατάσταση σχολιάζει ότι υπάρχει ζόρι αλλά και αισιοδοξία. «Ο κόσμος είναι πιο ευτυχισμένος, πιο ανεβασμένος, τώρα επικοινωνούν πιο εύκολα γι” αυτό γίνομαι και λίγο ψυχαναλυτής των πελατών». Για τη δουλειά του λέει ότι είναι η διασκέδασή του, ότι περνάει πολύ ωραία αλλά εξακολουθεί να βγαίνει όταν μπορεί. Δεν συμβουλεύει άλλους να κάνουν αυτή τη δουλειά χωρίς να το σκεφτούν πολύ, επειδή «έχει μεγάλο λειτουργικό κόστος». «Το επάγγελμα έχει περισσότερη προσφορά από ζήτηση και γι” αυτό αν είναι να το κάνεις πρέπει να βρεις μια πολύ πρωτότυπη ιδέα. Αυτό είναι το πραγματικό σου κεφάλαιο». Οι τιμές είναι το ίδιο μικρές και χαριτωμένες όπως ο χώρος, με τις τιμές για τα ποτά να ξεκινούν από 5 ευρώ και για τις μπίρες από 2,70 ευρώ.

Αποδεικνύοντας και αυτός τα περί επαγγελματικής αλληλεγγύης, μας συστήνει τον νέο γείτονά του, Μάριο Μπότσαρη -στο Νο 7 του πεζόδρομου- στο Cafe Valparaiso. Το όνομα του ολοκαίνουργιου μαγαζιού, όπως μας εξηγεί ο Μάριος, υποπλοίαρχος του εμπορικού ναυτικού, παραπέμπει σε ένα λιμάνι της Χιλής. «Λιμάνι του Παραδείσου», λοιπόν, και λειτουργεί λίγες μόλις εβδομάδες. Ο ιδιοκτήτης του λατρεύει τα ταξίδια, με μηχανή ή με άλλο μέσο. Είχε στο μυαλό του πολύ καιρό να φτιάξει ένα μαγαζί στη στεριά, πράγμα που συζητούσε με τον καλό του φίλο Γιάννη. «Είχα ξαναδουλέψει σε καφέ-μπαρ και ήξερα πώς είναι η δουλειά» μας λέει για την απόφασή του να αλλάξει… ρότα. «Λόγω συνθηκών στη θάλασσα η δουλειά μας έγινε πολύ πιεστική. Ετσι είπα ότι είναι καλύτερα να βγάζω λιγότερα χρήματα, παρά να μείνω σε εκείνο το περιβάλλον. Εχω ταξιδέψει πολύ, έχω δει την αρχή του Σινικού Τείχους σε ένα λιμάνι. Φτάνει».

Χιλιάδες μίλια πιο μακριά, στο Κουκάκι άνοιξε το μαγαζί που είναι πολύ μοντέρνο, σε industrial φόντο, άνετη μακρόστενη μπάρα και στο πίσω μέρος του μαγαζιού μια κινέζικου τύπου τζαμαρία αφήνει το φως να φτάνει παντού. Ο Μάριος λατρεύει τη μέρα και θέλει το μαγαζί να γίνει και στέκι για καφέ. Μεγάλωσε στο Κουκάκι και θέλει να βλέπει καθημερινά εδώ τους φίλους του, να παίζουν σκάκι και τάβλι χαζεύοντας τη λιακάδα του πεζόδρομου. Η μουσική είναι experimental-classic rock, ακουστική – σε όλο της το φάσμα «και όχι μόνο με αγγλικό στίχο και σωστή ένταση ώστε κι εμείς που δουλεύουμε να νιώθουμε άνετα». Στα «δύσκολα» του στησίματος βάζει την επιλογή των αντικειμένων της διακόσμησης που τα έχει διαλέξει ένα ένα μαζί με μια φίλη του αρχιτέκτονα. «Τελικά έγιναν πολλά από όσα ήθελα. Χαίρομαι όπως βγήκε!» λέει με νόημα. Σε μια φράση του που είναι και μότο της ζωής του, ο Μάριος ίσως συνοψίζει και την ιδιαίτερη εμπειρία που είχαμε στο Κουκάκι. «Μου αρέσει να έχω ορίζοντα και ας μην μπορούν τα πάντα να ορίζονται».

To Monsieur Barbu στο Νο 59 της Φαλήρου άνοιξε πριν από δύο χρόνια περίπου. Ιδιοκτήτες του είναι η Ναταλία και ο σύζυγός της ο Χρήστος. Φωτογράφος εκείνη και από τον χώρο του τύπου εκείνος, ερωτεύτηκαν τη γειτονιά όταν πήγαν ως πελάτες και κάπως έτσι πήραν την απόφαση να ανοίξουν το μαγαζί τους εδώ. Μέσα στον μικρό, αλλά ευχάριστο χώρο, ο οποίος συνδυάζει vintage με industrial διακόσμηση, χαζεύαμε την περατζάδα από τη μεγάλη τζαμαρία, ενώ το ζευγάρι μας μιλούσε για το πώς ξεκίνησαν όλα, την ώρα που στο background ακουγόταν απαλή jazz, η οποία εναλλασσόταν με groovie, funk και soul ρυθμούς.

«Το να ανοίξουμε ένα μαγαζί υπήρχε κάπου πίσω στις σκέψεις μας αλλά πήραμε την απόφαση όταν συνειδητοποιήσαμε πως θέλαμε κάτι δικό μας», λέει η Ναταλία, ενώ ο Χρήστος συμπληρώνει: «Ενιωθα πως θέλω να δημιουργήσω κάτι. Φυσικά ρόλο έπαιξε και η κρίση και ήθελα να έχω μια ασφάλεια, αλλά πάνω από όλα να είμαι εγώ υπόλογος στον εαυτό μου για ό,τι κάνω».

Τη συζήτησή μας διακόπτουν τα πρώτα πιάτα από την κουζίνα με ελαφριές μεξικάνικες και ινδικές επιρροές, ιδίως στις σάλτσες και στα μπαχαρικά που συνοδεύουν κάθε πιάτο. Από τα ατού του μαγαζιού τα κυριακάτικα brunch με ομελέτες, μπέικον, μανιτάρια, λουκάνικο, (ελαφρώς) γλυκά ψωμάκια, δύο είδη από τάρτες, τρία είδη γλυκών και pancakes!

Λίγο πιο πάνω, στο Νο 53 βρίσκεται ο Mπαμπάς, που πήρε το όνομά του από τον πατέρα του ιδιοκτήτη που συνέβαλε τα μέγιστα στη δημιουργία του, αλλά και από την αίσθηση της ζεστασιάς και της πατρικής φροντίδας, όπως μας λέει ο χαμογελαστός ιδιοκτήτης του Ανδρέας. Στη διακόσμηση του χώρου κυριαρχεί το ξύλο και το σίδερο με φανερά βιομηχανική επιρροή στο design, ενώ δεσπόζει το ξύλινο coreo των Blues Brothers που προσθέτει μία pop πινελιά στο σύνολο.

Ο Αντρέας έβαλε πολύ μεράκι στο στήσιμο του μαγαζιού και αγαπά την περιοχή και τη δουλειά του. «Δεν είμαι Κουκακιώτης αλλά μου αρέσει πολύ αυτή η περιοχή και τη θεωρώ ανερχόμενη. Λατρεύω τη δουλειά μου και δεν βρίσκω τίποτα το δύσκολο. Οταν αγαπάς αυτό που κάνεις δεν υπάρχουν δυσκολίες», λέει ο ίδιος.

Στο μενού του μαγαζιού περιλαμβάνονται μπέργκερ αλλά κυρίως συνοδευτικά, από τα οποία ξεχωρίζει το τυρί πόσας, το οποίο είναι αρκετά δυσεύρετο καθώς προέρχεται κατ” ευθείαν από τους μικροπαραγωγούς της Κω. Στο μπαρ υπάρχει μια αρκετά μεγάλη ποικιλία από ελληνικές μπίρες, οι οποίες είναι η «ειδικότητα» του μαγαζιού, αποστάγματα και κοκτέιλ. Από τα κρασιά ξεχωρίζει το Fare από την Καλαμάτα, το οποίο γνωρίζει μεγάλη επιτυχία.

Πίσω από το Μπελ Ρέυ στο Νο 88 κρύβεται μια μεγάλη ιστορία. Για τους μη γνωρίζοντες το Μπελ Ρέυ ήταν παλιά μάρκα λιπαντικών αυτοκινήτων και μηχανών και η ταμπέλα ήταν ό,τι απέμεινε από την προηγούμενη χρήση του μαγαζιού. Το μαγαζί άνοιξε πριν από τρεις μήνες από τον Πέτρο Κωστάκη και τέσσερις φίλους του, οι οποίοι ήθελαν να πραγματοποιήσουν το όνειρο τους. «Είχαμε τον ίδιο στόχο, αλλά διαφορετικό background ο καθένας. Αυτά όμως τα ενώσαμε ώστε να βγει αυτό το αποτέλεσμα».

Γωνιακό μαγαζί που σαν πέταλο έχει τριγύρω τζαμαρία, σου δίνει αυτή την αίσθηση του οικείου και σε κάνει να θες να μείνεις όλη την ημέρα εκεί. Εκτός από καφέ σερβίρει και brunch, με τις επιλογές στο μενού να είναι πολλές: sandwich Croque Madame με καπνιστό ζαμπόν, ελβετικό τυρί, μπεσαμέλ, ντομάτα και τηγανητό αυγό, κρεμμυδόσουπα, τηγανητά αυγά με στάκα και απάκι, ενώ υπάρχει και μεγάλη πληθώρα σε σαλάτες. Ολα αυτά μέσα σε ένα κλίμα ευγένειας και περιποίησης, με τα παιδιά του καταστήματος να προσπαθούν για ό,τι καλύτερο, αφού όπως λένε χαρακτηριστικά: «Βάζουμε όλοι μας την αγάπη. Θέλουμε να βγαίνουν όλα τέλεια».

Πηγή (Metropolispress)

tags: blogging