Η Αβησσυνίας στον χρόνο!

bloggerT.A.F. 30.12.2014
practiscope

tags: blogging

Μια βόλτα στα παλαιοπωλεία της πλατείας που μας ταξιδεύουν σε παλαιότερες εποχές!

Νικήτας Καραγιάννης

Η καρδιά του Μοναστηρακίου χτυπάει στη μικρή πλατεία Αβησσυνίας και όταν αναφερόμαστε στο γραφικό αυτό σημείο της πρωτεύουσας, φέρνουμε βασικά στον νου τα περίφημα παλαιοπωλεία της. Για την ιστορία, εδώ λειτουργεί από το 1910 το πρώτο δημοπρατήριο της πόλης, το γνωστό ως σήμερα «Γιουσουρούμ» – ονομασία που του έδωσαν οι Αθηναίοι προς τιμή του Νώε Γιεσουρούμ ο οποίος το 1863 ήρθε από τη Σμύρνη με την οικογένειά του και διετέλεσε πρόεδρος του σωματείου παλαιοπωλών που ιδρύθηκε το 1922. Από τότε, η πλατεία είναι ένας παράδεισος για τους λάτρεις των αντικών και τους συλλέκτες που μπορούν να βρουν τα πάντα εκεί, από σπάνια έπιπλα, πορσελάνες, φωτιστικά και χάρτες μέχρι πίνακες τέχνης, κοσμήματα και κάθε λογής παλιό αντικείμενο. Ταυτόχρονα αποτελεί όμως και το σημαντικότερο σημείο για όσους θέλουν ή αναγκάζονται να πουλήσουν οικογενειακά κειμήλια.

Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι ολόκληρη η πλατεία είναι μια χρονοκάψουλα, ένα παράθυρο στο παρελθόν της Αθήνας και όχι μόνο, καθώς πολλές από τις αντίκες που πωλούνται εδώ έρχονται από διάφορες χώρες του κόσμου. Κάθε αντικείμενο κουβαλάει μια ιστορία ή περισσότερες και πολλάκις το «βάρος» του είναι πολύ μικρότερο από εκείνο των αναμνήσεων που έχουν δεθεί μαζί του. Σε μια μικρή περιήγηση και συζήτηση με πέντε από τους παλαιοπώλες της πλατείας Αβησσυνίας, αλήθειες, μυστικά και αστικοί μύθοι ξεδιπλώνονται για να δώσουν μια γεύση από το χαρακτηριστικό και βαθιά γοητευτικό άρωμα του χρόνου που είναι εδώ διάχυτο σε κάθε γωνιά.

Ο Μπάμπης Κατζουράκης μπήκε στο επάγγελμα -όπως οι περισσότεροι εδώ- μέσω του πατέρα του, ο οποίος είναι συντηρητής και εκτιμητής έργων τέχνης και ασχολείται με τις αντίκες. Μέχρι πριν από ενάμιση χρόνο, όταν και ανέλαβε το παλαιοπωλείο της πλατείας, εργαζόταν σε άλλο κατάστημα της οικογένειας στην οδό Ερμού. «Αυτό το επάγγελμα το επέλεξα και μου αρέσει», λέει ο 26χρονος που αν και θεωρείται αρκετά νεαρός για ένα επάγγελμα που βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην εμπειρία, έχει ωστόσο αποκτήσει πολλές γνώσεις επάνω στο αντικείμενο. «Ελπίζω κάποτε να γίνω κι εγώ το ίδιο καλός όσο ο πατέρας μου, κάτι που μπορώ να καταφέρω μόνο με μεγάλη προσπάθεια», συνεχίζει. Δεν θεωρεί το επάγγελμα ιδιαίτερα δύσκολο, κάτι όμως που όπως συμπληρώνει εξαρτάται και από τον πελάτη. «Ενα δύσκολο κομμάτι είναι το οικονομικό, καθότι κίνηση έχουμε περίπου έξι μήνες τον χρόνο, αρχές καλοκαιριού και χειμώνα. Τον υπόλοιπο καιρό η δουλειά πέφτει και όπως λέει και ο πατέρας μου “με την πολλή βροχή και το κρύο ο πελάτης δεν έρχεται’. Στη δουλειά αυτή για να επιβιώσεις οικονομικά πρέπει να έχεις υπομονή και πολύ μεράκι, να την αγαπάς».

Τις Κυριακές, κατ” εξοχήν ημέρα με πολύ κόσμο, η κρίση έχει αφήσει και εδώ το αποτύπωμά της. Ερχονται περισσότεροι για να πουλήσουν και όχι για ν” αγοράσουν. «Τι ψάχνουν συχνότερα οι πελάτες;» τον ρωτάω. «Οχι κάτι συγκεκριμένο. Μπορεί να είναι οτιδήποτε. Είναι πάντως πολλοί που ακόμα και να τους χαρίσεις κάτι δεν λένε “ευχαριστώ’. Τους λες ότι στοιχίζει 150 ευρώ και σου προσφέρουν 50. Αρκετοί ειναι και αγενείς, δηλαδή διαλέγουν ένα κομμάτι των 700 ευρώ και όταν ακούν την τιμή σου λένε: “Σιγά μωρέ, χρυσάφι πουλάς;’. Μόνο συλλέκτες και γνώστες του αντικειμένου ξέρουν τι ψάχνουν».

Η ζωή στην πλατεία κυλάει ωραία «επειδή είναι γεμάτη με όμορφα αντικείμενα και κάθε ένα από αυτά κουβαλάει μαζί του αναμνήσεις, μια ιστορία» όπως μου εξηγεί. «Για μένα αυτά τα αντικείμενα είναι σαν οικογένεια, μαθαίνω την ιστορία τους, από πού ήρθαν και πώς». Εκφράζω την απορία μου γιατί τα καταστήματα δεν επισκευάζονται με κάποιον τρόπο. Οι στέγες τους, για παράδειγμα, όπως φαίνονται και από ψηλά, από το καφέ-μπαρ Λουκούμι -το οποίο ήταν και η οικία του Γιεσουρούμ- είναι κατασκευασμένες από αλουμίνιο που δεν δείχνει καινούργιο. «Κι εγώ θα ήθελα να επισκευαστούν, να φτιαχτούν, αλλά ο κόσμος μάλλον τα θέλει έτσι σαν θεατρικό σκηνικό, σαν μουσείο», απαντάει. Το γεγονος πάντως ότι η πλατεία Αβησσυνίας βρίσκεται σε περιοχή αρχαιολογικού ενδιαφέροντος απαγορεύει κάθε είδους επισκευή, ακόμα και αν το κτίσμα έχει εμφανή προβλήματα. Αδειες επισκευών δίνονται ελάχιστες και μόνο σε ιδιόκτητα κτίσματα. «Η μοναδική παρέμβαση που έγινε είναι τα παρτέρια. Τη νύχτα είναι σκοτεινά επειδή μερικοί βγάζουν τις λάμπες του Δήμου, μάλλον τις κλέβουν, τι να πω… Παρόλα αυτά οι πιο ηλικιωμένοι αποκαλούν αυτή την περιοχή Πανεπιστήμιο και έχουν δίκιο. Εδώ, συνεχώς μαθαίνεις κάτι νέο».

Λίγο πιο δίπλα, βρίσκεται το ακόμη μικρότερο μαγαζάκι του 45χρονου Μηνά Σαρκισιάν, παλαιοπώλη τρίτης γενιάς που εργάζεται εδώ για 30 ολόκληρα χρόνια, ενώ η οικογενειακή επιχείρηση μετράει συνολικά ογδόντα έτη λειτουργίας. Γι” αυτόν είναι τρόπος ζωής και από την εμπειρία του λέει ότι η ποιότητα του κόσμου έχει αλλάξει σημαντικά. Το πιο δύσκολο κομμάτι θεωρεί ότι είναι η συλλογή των αντικειμένων. «Πρέπει να έχουν ενδιαφέρον και γι” αυτό ταξιδεύω πολύ στο εξωτερικό, κυρίως στην Ευρώπη, σε μεγάλα παζάρια. Η Γαλλία έχει τα καλύτερα. Παλαιότερα γύριζες από τέτοια ταξίδια με αρκετά πράγματα για να βγάλεις μεροκάματο, αλλά τώρα συμφέρει καλύτερα να τα παίρνεις από εδώ και να τα πουλάς εκεί».

Οι σταθεροί πελάτες είναι ολοένα και λιγότεροι, ενώ παλαιότερα, όπως λέει, περνούσαν τουλάχιστον μια φορά την εβδομάδα. «Βλέπεις, η νέα γενιά έχει μεγαλώσει με ΙΚΕΑ, χωρίς παιδεία. Το 90% από όσους έρχονται εδώ είναι για να πουλήσει τα παλιά πράγματα της οικογένειας που δεν τα θέλει. Τα παλιά αντικείμενα με γοητεύουν, μου αρέσουν, αλλά προσέχω πολύ από ποιον θα αγοράσω». Η κουβέντα μας κλείνει με μερικές φωτογραφίες.

Διασχίζω την πλατεία και συναντώ τον 65χρονο Γεράσιμο Κουγιάκο τη στιγμή που έβγαινε από το δικό του κατάστημα, το οποίο άνοιξε το 1949. Ο ίδιος πήρε τη σκυτάλη στην οικογενειακή επιχείρηση το 1977. «Η ζωή εδώ περνάει εύκολα, είμαστε κάτι σαν οικογένεια», μου λέει μ” ένα χαμόγελο για το περιβάλλον της πλατείας. Γι” αυτόν η σωστή συντήρηση των επίπλων είναι το δυσκολότερο κομμάτι της δουλειάς και μου επισημαίνει ότι ακόμα και οι παλαιοπώλες μπορούν να μάθουν κάτι από τους έμπειρους πελάτες που γνωρίζουν πολλά για τις αντίκες. «Ερχονται, για παράδειγμα, ειδήμονες σε γραμματόσημα, ασημικά κοσμήματα ή πορσελάνες και τους ακούς με μεγάλο ενδιαφέρον».

Τα παζάρια της Ευρώπης είναι σημείο αναφοράς και για τον κ. Κουγιάκο. «Είναι τεράστια, ολόκληρα στρέμματα γεμάτα υπέροχα πράγματα και γίνεται χαμός… αλλά με στυλ», λέει. «Η κίνηση στην Ελλάδα έχει πέσει, μόνο τα σαββατοκύριακα έχει κόσμο. Η τελευταία καλή εποχή για μας ήταν οι δεκαετίες του ’80 και του ’90». Οταν τον ρωτάω πότε ξεκουράζεται, μου απαντάει μ” ένα μειδίαμα «μόνο Χριστούγεννα, Πάσχα και τις εθνικές εορτές. Ολο τον άλλο καιρό δουλεύουμε, είμαστε εδώ στα μαγαζιά μας». Ξαφνικά σηκώνεται. «Συγγνώμη, αλλά πρέπει να μιλήσω για μια δουλειά, εσείς τραβήξτε όσες φωτογραφίες θέλετε από τα πράγματα αλλά όχι μ” εμένα. Τι να με κάνετε εμένα;» ολοκληρώνει γελώντας και με αφήνει μπροστά στα υπέροχα παλιά έπιπλά για να εξηγήσει σε κάποιον πώς να δουλέψει επάνω σε ένα νέο κομμάτι, με τη φροντίδα ενός γονιού που σκύβει πάνω στο παιδί του.

Βγαίνοντας διακρίνω απέναντι τον Γιώργο Ζέπη μπροστά στην επειχείρησή του, το εσωτερικό της οποίας δεν θα μπορούσε να έχει περισσότερα θαυμάσια αντικείμενα κάθε είδους. Η ποσότητα είναι σχεδόν τρομαχτική. Εξίσου εκθαμβωτική είναι και η ομορφιά των αντικειμένων. Του εξηγώ τον λόγο της επίσκεψής μου και μετά από λίγες στιγμές απορίας μου δείχνει τον δρόμο για το γραφείο του, στο πίσω μέρος του καταστήματος. Το διασχίζω με φόβο μήπως κάνω ζημιά -που είναι αδύνατον να πληρώσω- περπατώντας κυριολεκτικά στα νύχια. Υπάρχουν μερικές καρέκλες γύρω από ένα τραπέζι φορτωμένο με μικρούς θησαυρούς. Διστάζω να καθίσω, θεωρώντας ότι είναι μάλλον συλλεκτικές, αλλά εκείνος τραβάει μια και μου λέει να νιώσω άνετα.

Η ιστορία της οικογενειακής επιχείρησης επαναλαμβάνεται και εδώ. Ο 41χρονος Γιώργος ερχόταν στο μαγαζί από παιδί με το ποδήλατό του και χάζευε τον πατέρα του όσο εκείνος δούλευε. Οσα ξέρει δεν τα έμαθε από βιβλία και σπουδές, αλλά από την εμπειρία που του μετέδωσε ο πατέρας του. «Πολλοί θα ήθελαν να κάνουν αυτή τη δουλειά, αλλά δεν είναι τόσο εύκολο όσο να πιάσεις έναν χώρο και να τον γεμίσεις πράγματα», μου εξηγεί προσπαθώντας να χαλαρώσει. «Από τα πιο δύσκολα είναι να πηγαίνεις σε σπίτια για να διαλέξεις. Θέλει προσοχή και γνώσεις, όπως και η συντήρηση των επίπλων που είναι εύθραυστα και μεγάλης αξίας. Οι επίδοξοι αντικέρ νομίζουν ότι θα κονομήσουν εύκολα, αλλά δεν είναι έτσι. Μπορεί να αγοράσεις ένα αντικείμενο που θα πουληθεί την επόμενη μερα και άλλα να σου μείνουν στο ράφι για χρόνια».

Αγαπάει τη δουλειά του, και ένας λόγος είναι η συνεχής επαφή του με διαφορετικό κόσμο σε καθημερινή βάση. «Είναι λίγοι οι πελάτες που γνωρίζουν τι θέλουν, αλλά δεν έχει να κάνει τελικά τόσο με την ηλικία. Μου έχουν τύχει ακόμα και μερικά 15χρονα που συλλέγουν νομίσματα και ξέρουν καλά τι κάνουν». Η δουλειά έχει πέσει, μου επιβεβαιώνει. Οι συνταξιούχοι που άφηναν χρήματα τώρα έχουν χαθεί από την αγορά. Επειδή αγαπώ τις αντίκες, αναρωτιέμαι αν υπάρχουν περιπτώσεις που ο ίδιος δένεται συναισθηματικά με ένα αντικείμενο. «Ναι, έχει τύχει, αλλά ο αδελφός μου στο κατάστημα της Κηφισιάς το παθαίνει συχνότερα και μου λέει “αυτό βάλε το στην άκρη, μ” αρέσει’». Το μήνυμά του στο κοινό που περνάει από τα παλαιοπωλεία είναι να δείχνουν περισσότερο σεβασμό και ευγένεια. Μάλιστα, αναφέρει περιστατικά με πελάτες που τον έχουν ρωτήσει αν είναι τρελός για την τιμή που ζητάει ή άλλους που ρωτάνε για ένα έπιπλο… κλωτσώντας το.

Συνεχίζοντας τη διαδρομή μου στην πλατεία προσπερνάω τεχνίτες που ξύνουν και βάφουν έπιπλα, όπως μια γυναίκα με τα χέρια της βουτηγμένα στο λούστρο, η οποία με χειρουργικές κινήσεις έδειχνε πόσο καλά κατέχει την τέχνη της. Λίγα μέτρα παραδίπλα, ο Βασίλης Μοτάκης, 58 ετών, είναι ιδιοκτήτης του παλαιοπωλείου που άνοιξε ο παππούς του το 1932. Ο ίδιος συνέχισε την παράδοση, ενώ τώρα τα ηνία έχει αναλάβει ο 33χρονος γιος του, ο Νικόλας, ο οποίος λείπει στο εξωτερικό για αγορές. Ο κ. Μοτάκης κάθεται σε μια παλιά αναπαυτική καρέκλα έξω από το κατάστημα καπνίζοντας OSCAR, τα οποία, όπως του είπα, είχα να δω καιρό. «Ναι, ο γιος μου λέει ότι το εργοστάσιο τα βγάζει πλέον μόνο για μένα». Αφού μου προσφέρει ένα τσιγάρο, μου λέει ότι η επιλογή του εμπορεύματος είναι πολύ δύσκολη υπόθεση. «Μπορεί να περάσεις από 30 σπίτια και μόνο σε δύο να βρεις κάτι αξιόλογο. Πάντως, με στενοχωρεί να βλέπω ανθρώπους να πουλάνε ό,τι έχουν για να ζήσουν. Πριν λίγο καιρό ήρθε αργά το απόγευμα μια ηλικιωμένη η οποία έσερνε μαζί της ένα καροτσάκι της λαϊκής. Μέσα είχε σκεπασμένο ένα παλιό πολυέλαιο από το σπίτι της για να τον πουλήσει να πληρώσει τις υποχρεώσεις της. Λόγω κρίσης έρχονται περισσότεροι για να πουλήσουν, παρά για ν” αγοράσουν και όλοι τους έρχονται στο σούρουπο ώστε να μην τους δουν γνωστοί. Πουλάνε απίστευτα πράγματα και το τηλέφωνό μας χτυπάει συνέχεια. Στενοχωριέμαι πολύ και γι” αυτό φεύγω πριν να έρθουν και τους δω. Πάντως είναι καλή εποχή για τους συλλέκτες. Οσοι έχουν λεφτά βρίσκουν μεγάλες ευκαιρίες».

Αναπολεί τις παλιές καλές εποχές, όταν οι «αεριτζήδες» και «μαχαλατζήδες», όπως έλεγαν τους πλανόδιους που γυρνούσαν τους μαχαλάδες και τις γειτονιές της πόλης σε αναζήτηση παλιών αντικειμένων έρχονταν μετά εδώ και τα πουλούσαν. «Ο πατέρας μου μού είπε κάποτε μια τρομερή ιστορία για έναν από αυτούς. “Τον βλέπεις εκείνο τον τύπο;” με ρώτησε. “Τον λένε Τάσο και ρίχνει τη γάτα’. Όπως μου εξήγησε, ο Τάσος είχε τον πιο πρωτότυπο τρόπο να “βρίσκει” εμπόρευμα. Γύριζε τις γειτονιές σε Πετράλωνα και Θησείο και μάζευε αδέσποτες γάτες που τις έβαζε μέσα σε ένα τσουβάλι. Στη συνέχεια πήγαινε τα πρωινά στην Κυψέλη και στα Πατήσια και όταν έβλεπε μια νοικοκυρά να απλώνει στο μπαλκόνι της κουβέρτες και χαλιά για να τα αερίσει, εκείνος έβγαζε μια γάτα από το τσουβάλι και την πετούσε προς το μπαλκόνι. Η γάτα από ένστικτο για να μην πέσει γαντζωνόταν επάνω στο χαλί και έτσι το έριχνε κάτω μαζί της! Ο Τάσος έπαιρνε το χαλί και το έφερνε εδώ για πούλημα. Απλά πράγματα», μου λέει διακρίνοντας την έκπληξη στα μάτια μου. «Αλλά το καλύτερο είναι ότι ο πονηρός δεν θεωρούσε ότι το έκλεβε ο ίδιος αλλά… η γάτα, οπότε είχε και τη συνείδησή του ήσυχη!».

Ομολογώ ότι η γραφική αυτή ιστορία από την Αθήνα του ’60 μου έφτιαξε το κέφι, αλλά ο κ. Μοτάκης μου λέει ότι εκεί πρέπει πάντα να είναι όλοι προσεκτικοί με τις αγορές τους και πως γι” αυτό τον λόγο έχουν τιμολόγια αγοράς και βιβλίο της αστυνομίας στο οποίο αναφέρουν τις αγορές που κάνουν ώστε να έχουν το κεφάλι τους ήσυχο. Στο θέμα της εκτίμησης των αντικειμένων «μαϊμού», αναφέρει ότι έχουν μεγάλη εμπειρία στα υλικά κατασκευής, τα χρώματα κλπ., και τα καταλαβαίνουν αμέσως. «Περνούν πολλοί με απομιμήσεις και τους λέμε να πάρουν δρόμο, γελάμε». Πιστεύει ότι οι γυναίκες είναι καλύτερες πελάτισσες, αλλά οι άντρες πιο «εύκολοι». Και αυτός μερικές φορές δένεται συναισθηματικά με αντικείμενα και τότε απλά, λέει, τα βάζει παραπέρα και αν τύχει να του τα ζητήσουν ζητάει επίτηδες πολύ υψηλή τιμή ώστε να μην πουληθούν. «Μέχρι να αποκτήσω ένα άλλο που μ” αρέσει περισσότερο και τότε πάμε πάλι από την αρχή. Είναι σαν έναν νέο έρωτα, που σε κάνει να ξεχάσεις τον προηγούμενο».

Θέλω να μάθω τι γίνεται με τα παζάρια στις τιμές, αν ακόμα γίνονται. «Φυσικά, είναι κομμάτι της παράδοσης εδώ. Δεν γίνονται αγορές χωρίς παζάρια, ακόμα και ο πελάτης θέλει να μπει στο παιχνίδι. Στην τιμή πέφτουμε ανάλογα με τα περιθώρια που μας επιτρέπει το κόστος του. Ο παππούς μου έλεγε “ο πελάτης είναι σαν την αγελάδα: της δίνεις καλό χορτάρι για να σου βγάλει καλό γάλα, αλλά κάποια στιγμή η αγελάδα γερνάει και το γάλα λιγοστεύει και για αυτό πρέπει να βρίσκεις πολλές αγελάδες’». Τον συνεχιστή της οικογενειακής επιχείρησης, τον γιο του, Νικόλα, τον έφερε αρχικά για να τον βοηθάει στη δουλειά, αλλά ο Νικόλας σύντομα «ερωτεύτηκε το επάγγελμα» μου λέει. «Είναι ειδικευμένος στη συντήρηση παλιών αντικειμένων και ένιωσε στο φυσικό του περιβάλλον». Εφυγα συνεπαρμένος από την ομορφιά, τις ιστορίες, το μαγικό παρασκήνιο μιας πλατείας που αγαπούσα ούτως ή άλλως και πριν από αυτό το ρεπορτάζ. Τώρα όμως έχει ζωντανέψει αλλιώς στα μάτια μου.

Πηγή (Metropolispress)

tags: blogging