Τραπεζάκια από το… παρελθόν

bloggerT.A.F. 10.12.2014
practiscope

tags: blogging

Παλιά στέκια… Ενα ταξίδι στον χρόνο, σε μία νοσταλγική Αθήνα

Νικήτας Καραγιάννης

Στο αδυσώπητο αθηναϊκό σύμπαν, στο οποίο τα περισσότερα παλιά καλά στέκια έχουν εξαφανιστεί ή μεταλλαχθεί και απογυμνωθεί από το πολύτιμο άγγιγμα της ιστορίας που κουβαλούν στο όνομα του εκμοντερνισμού, ελάχιστα είναι αυτά που έχουν καταφέρει να επιβιώσουν περήφανα, κομψά, λιτά αλλά και αρχοντικά, έχοντας ως σημαία τους την αδιαφιλονίκητη ποιότητα. Μερικά από αυτά τα λίγα είναι πασίγνωστα ζαχαροπλαστεία, γαλακτοπωλεία και λουκουματζίδικα που ακόμα -ευτυχώς- αφήνουν το στίγμα τους στη ζωή της πόλης. Καταστήματα από τα οποία έχουν παρελάσει γενιές ανώνυμων Αθηναίων και μη, καθώς και μεγάλες φυσιογνωμίες της χώρας τις οποίες ένωνε η αγάπη για κάτι μοναδικό, χειροποίητο, ιδιαίτερο και απίστευτα… νόστιμο. Πέρα από τα trademark προϊόντα τους που τα έκαναν διάσημα, υπάρχει το αποτύπωμά τους στον χρόνο όπως το περιγράφουν οι ιδιοκτήτες τους και το οποίο μοιάζει με παράθυρο σε έναν κόσμο παλιό, ρομαντικό, ευγενικό, έναν κόσμο από τον οποίο είμαστε τυχεροί που μπορούμε ακόμα σήμερα να πάρουμε μια γεύση.

Χαρά

Για πάρα πολλούς είναι ένα κομμάτι της ιστορίας της οδού Πατησίων. Το ζαχαροπλαστείο Χαρά έγινε γνωστό από την αρχή της λειτουργίας του (τον Απρίλιο του 1969, Κυριακή των Βαΐων) για το μοναδικό παγωτό καϊμάκι που παρασκεύαζε – και παρασκευάζει. Ηταν τότε που στα χείλη των αστών η φράση «πάμε για παγωτό» ζωντάνευε ένα ολόκληρο σύμπαν κομψότητας και κοινωνικής συναναστροφής.

Ο ιδιοκτήτης, Σταύρος Παπουτσής, μου εξηγεί με τον πολύ χαρακτηριστικό του, μποέμ τρόπο, πως όλα άρχισαν με τη μητέρα του, που δούλευε γύρω στο 1920 σε ένα γλυκατζίδικο της Κωνσταντινούπολης. Οταν το 1922 ξεριζώθηκε ο ελληνισμός της Μικράς Ασίας, εκείνη ήλθε στην Ελλάδα με ορισμένες συνταγές ζαχαροπλαστικής κρυμμένες στο παπούτσι της, από φόβο μην τις βρουν οι Τούρκοι. Στην Αθήνα έκανε διάφορες δουλειές, ενώ ο άντρας της εργάστηκε σε ένα ζαχαροπλαστείο. Στη συνέχεια αποφάσισαν να ανοίξουν τη Χαρά – όνομα που δόθηκε με σκεπτικό τη χαρά της απόλαυσης που δίνει η γεύση. Κινητήριος δύναμη για το εγχείρημα ήταν οι πολύτιμες συνταγές της μητέρας του κ. Παπουτσή, που χρησιμοποιούνται μέχρι και σήμερα.

Το μαγαζί σημείωσε γρήγορα επιτυχία – και όχι μόνο ανάμεσα στους κατοίκους του Κέντρου. Στην οδό Πατησίων, η οποία τις δεκαετίες 1960-1970 θεωρείτο ένας από τους καλύτερους δρόμους της πόλης, με πλούσιες οικογένειες και πολύ γνωστά καταστήματα, οι πελάτες της Χαράς έφταναν από παντού. Ενα παγωτό εδώ ήταν must, κάτι σαν μικρό κοσμικό γεγονός, αφού απλοί… θνητοί κάθονταν δίπλα σε διασημότητες της εποχής. Ετσι χτίστηκε η φήμη του καταστήματος που το ακολουθεί γενιές αργότερα ως σημείο αναφοράς για την ποιότητα.

«Η αλήθεια είναι ότι δεν το περίμενε κανείς μας να αγαπηθεί η Χαρά τόσο πολύ από άσημους και διάσημους» λέει ο κ. Παπουτσής. «Εχουν περάσει από εδώ οι πάντες, πολύ γνωστά ονόματα, τι να σας πρωτοπώ; Για παράδειγμα, ο Τσιφόρος με τη Βέμπο που ζούσε στην Πατησίων, ο Ζαμπέτας -που ένα διάστημα μάλιστα έμενε κι εδώ στο κτίριο-, τραγουδιστές, ηθοποιοί, πολιτικοί, ολόκληρη η παλιά ομάδα της ΑΕΚ, ο Μίμης Παπαϊωάννου που είναι και πολύ φίλος μου. Από τους νεότερους, ο Χρήστος Παπουτσής, ο Νικήτας Κακλαμάνης, ο Νίκος Σοφιανός, και άλλοι πολλοί», αναφέρει χαρακτηριστικά.

«Το πιο δημοφιλές και αγαπητό προϊόν μας είναι ακόμα και σήμερα το εκμέκ και το παγωτό καϊμάκι», συνεχίζει. «Επιβλέπουμε την παρασκευή του πάντα με προσοχή, μεράκι και αγάπη. Τα χρόνια περνούν και όταν αντικατασταθεί ένας ζαχαροπλάστης φροντίζουμε να δείξουμε στον καινούργιο όσα πρέπει να ξέρει. Ακόμα και σήμερα επιβλέπω τα πάντα στο μαγαζί. Ολα περνούν από τα χέρια μου, αλλά έχω και βοήθεια από τον γαμπρό μου τον Χρήστο».

Τον ρωτάω πόσο δύσκολο είναι να συντηρηθεί μια τόσο παλιά επιχείρηση και μάλιστα με την επιτυχία που έχει. «Δεν είναι εύκολο, ειδικά με τα σημερινά δεδομένα. Εχουμε περάσει διάφορες εποχές, δύσκολες, και καλύτερες, αλλά τώρα με την κρίση όλοι οι τομείς έχουν επηρεαστεί, το ίδιο κι εμείς. Οι παλιοί πελάτες που ακόμα περνούν από εδώ -και με πολλούς από τους οποίους έχω προσωπικές σχέσεις- μου λένε ότι εκτιμούν το γεγονός ότι μέσα στις δυσκολίες η ποιότητά μας δεν έχει αλλάξει. Σας λέω μάλιστα ότι προσπαθούμε συνεχώς να βελτιώνουμε ό,τι μπορούμε».

Στο μαγαζί έχουν γίνει κατά καιρούς προσθήκες, ενώ μεγάλο του μέρος θυμίζει ακόμα το παλιό, λιτό στη φιλοσοφία ζαχαροπλαστείο. Το καλοκαίρι -κατ” εξοχήν περίοδος για παγωτό- τα τραπεζάκια στο πεζοδρόμιο γεμίζουν. Οπως λέει ο κ. Παπουτσής «υπάρχει ένα project για ν” αλλάξει η διακόσμηση και να δοθεί βάση στο βυζαντινό στοιχείο», προφανώς για να τονιστούν οι ρίζες από τις οποίες ξεπήδησε η επιχείρηση. Οσον αφορά στα προϊόντα, τελευταία έχουν προστεθεί στον κατάλογο του μαγαζιού το παγωτό καϊμάκι με βουβαλίσιο γάλα, η τούρκικη κρέμα καϊμάκ που θυμίζει βούτυρο και συνοδεύεται από το εκμέκ ή προσφέρεται σκέτη, καθώς και το καζάν ντιπί το βουβαλίσιο. Με τη μεγάλη εμπειρία που έχει ο κ. Παπουτσής, αυτό που συμβουλεύει κάθε νέο επιχειρηματία είναι η διατήρηση της ποιότητας σε όλα τα επίπεδα, ανεξαρτήτως αντικειμένου. «Τα παιδιά μου είναι το μέλλον της επιχείρησης, ο γαμπρός μου ο Χρήστος, οι κόρες μου Δέσποινα και Νικολέτα. Θέλω να ελπίζω ότι το μαγαζί θα έχει συνέχεια για πολλά ακόμα χρόνια».

Αιγαίον

Από το 2009, ο 30χρονος Γιώργος Φύλλας -τρίτη γενιά της οικογένειας που ίδρυσε την επιχείρηση το 1926 στο νεοκλασικό κτίριο της οδού Πανεπιστημίου- έχει αναλάβει τη διεύθυνση του Αιγαίον, αξιοποιώντας έτσι το πτυχίο του στη Διοίκηση Επιχειρήσεων και στα Οικονομικά. Του λέω ότι στο κατάστημα ερχόμασταν οικογενειακώς από τότε που ήμουν παιδί, κάθε Κυριακή μετά από την προβολή των παιδικών ταινιών στο REX που βρίσκεται λίγα μέτρα παρακάτω, στο λεγόμενο τότε ΣΙΝΕΑΚ. Ο παππούς του βάφτισε το μαγαζί Αιγαίον, επειδή η οικογένεια κατάγεται από τη Χίο. Στην αρχή της λειτουργίας του ήταν παραδοσιακό καφενείο, μέλος της Αδελφότητας Καφεπωλών Αθηνών. Οταν οι λουκουμάδες προστέθηκαν στον κατάλογο, η επιτυχία τους ήταν άμεση και καταλυτική για το μέλλον της επιχείρησης, αφού σύντομα αποτελούσαν το βασικό και μοναδικό προϊόν που σερβιριζόταν. Σήμερα, ο κατάλογος περιλαμβάνει χειροποίητες τυρόπιτες και άλλες ποιοτικές λιχουδιές.

Το Αιγαίον έχει γίνει μάρτυρας ενός μεγάλου μέρους της σύγχρονης ιστορίας της Αθήνας και όπως τονίζει ο Γιώργος, τώρα προσπαθεί να περάσει και τη σημερινή, δύσκολη, κατάσταση. «Εχουμε παρατηρήσει έντονες αλλαγές και τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα. Η δουλειά έχει πέσει κατακόρυφα. Την ιστορία που είπατε εσείς ότι ερχόσασταν παιδάκι την ακούω καθημερινά, μπορεί και είκοσι φορές. Επειδή δεν υπήρχαν εμπορικά καταστήματα στις συνοικίες, όλοι κατέβαιναν στο Κέντρο για ψώνια και αναψυχή. Πήγαιναν στο ΙΝΤΕΑΛ για φαγητό, στο Αιγαίον για λουκουμάδες, στο ΣΙΝΕΑΚ για κινηματογράφο. Από παιδί ερχόμουν κι εγώ, σαν επισκέπτης, δίπλα στον πατέρα μου που δούλευε εδώ με τον θείο μου. Οταν πέθανε ο θείος μου, ανέλαβα εγώ στη θέση του».

Παρ” όλες τις σημερινές δυσκολίες σκέφτεται να παραμείνει στο τιμόνι του μαγαζιού και να συνεχίσει; «Σίγουρα, έχουμε μπολιαστεί με αγάπη για το μαγαζί. Ποτέ δεν σκέφτηκα να σταματήσω και θα ήθελα και τα παιδιά μου μετά να κάνουν το ίδιο. Πάντα ήμουν αισιόδοξος, παρόλο που μπορεί λόγω κρίσης να ακούγομαι απογοητευμένος. Δεν μπορώ να φανταστώ ότι θα κάνω κάτι άλλο. Είναι πολύ ιστορικό μαγαζί και έχουν περάσει μεγάλες προσωπικότητες της χώρας. Προχθές ήταν εδώ πάλι ο ζωγράφος Φασιανός. Εχω ακούσει πολλές ιστορίες από τους πελάτες, άπειρες. Ξέρω πελάτες που έρχονται χρόνια και αν το αγαπημένο τους τραπέζι είναι πιασμένο προτιμούν να περιμένουν για να αδειάσει και να καθίσουν, επειδή σε αυτό το τραπέζι τους έγινε πρόταση γάμου, για παράδειγμα, και είναι απόλυτα συνδεδεμένο με κάποια πολύ ευτυχισμένη στιγμή της ζωής τους!».

Ο Γιώργος θεωρεί ότι ο χώρος της εστίασης είναι κορεσμένος, αλλά αν κάποιος αποφασίσει να ανοίξει μια επιχείρηση θα πρέπει να είναι έτοιμος να δουλέψει πολλές ώρες, να χάσει τον ελεύθερο χρόνο του. Χρειάζεται μεγάλη υπομονή κι επιμονή και προπάντων ποιότητα. «Τώρα που αλλάζουν και οι εποχές, η ποιότητα είναι βασικό στοιχείο» τονίζει. «Για παράδειγμα, είμαστε μάλλον το μοναδικό μαγαζί στην Πανεπιστημίου που φτιάχνει χειροποίητες τυρόπιτες και είναι φυσικό η τιμή τους να είναι λίγο υψηλότερη. Ομως, ο περισσότερος κόσμος τώρα στην κρίση θα επιλέξει το πιο οικονομικό και όχι το πιο ποιοτικό. Τη βλέπεις αυτή την γκρίνια από τον πελάτη, που σου λέει ότι παραδίπλα είναι πιο φθηνό το προϊόν, αλλά εκείνος που θα πάρει την τυρόπιτα από εδώ ξέρει γιατί την επιλέγει. Βλέπεις και τακτικούς πελάτες του παρελθόντος πλέον να συνεχίζουν να περνούν απ” έξω, να κοντοστέκονται, αλλά να μην μπαίνουν μέσα. Αυτό νομίζω ότι τα λέει όλα για τον οικονομικό παράγοντα. Λιγουρεύονται και “χορταίνουν” από τη βιτρίνα. Δεν ξέρω αν η κρίση έχει χτυπήσει όλες τις γειτονιές το ίδιο. Αλλά στο Κέντρο είναι χάλια η κατάσταση». Τον ρωτάω για την πολυσυζητημένη ανάπλαση της Πανεπιστημίου (η οποία βάσει των τελευταίων εξελίξεων πιθανώς να μην προχωρήσει). «Νομίζω ότι θα είναι σωτήρια για τις επιχειρήσεις. Κάποτε δούλευα με τους πελάτες των καταστημάτων της περιοχής, αλλά τώρα το Κέντρο έχει πέσει, αφού πολλά καταστήματα έχουν κλείσει. Παρόλα αυτά, είμαι αισιόδοξος για το μέλλον. Είμαστε μια επιχείρηση που έχει περάσει Κατοχή, Εμφύλιο και ελπίζω ότι θα περάσει και αυτή τη δύσκολη φάση».

Εχει σκεφτεί άραγε να ανοίξει καταστήματα και σε άλλες πόλεις της Ελλάδας; «Ο πατέρας μου και ο θείος μου δεν ήθελαν τα ρίσκα, πίστευαν ότι θα χαλούσε η ποιότητα αν ανοιγόμασταν, θα χανόταν ο έλεγχος, κάτι που πιστεύω κι εγώ. Μου ζητάνε πολλοί για franchise, και θα ήταν εύκολο να δεχτώ, αλλά ποιος θα το ελέγξει; Κάποιοι υπάλληλοι εδώ δουλεύουν περισσότερα χρόνια από την ηλικία μου, το αγαπούν και το πονούν το μαγαζί, αλλά χρειάζεται να είμαστε κι εμείς εδώ. Οταν ήρθα, προσπάθησα να ενταχθώ ήπια, χωρίς να ταρακουνήσω τα νερά. Ολα γίνονται με συζήτηση.

Το 1989 έγινε η τελευταία ανακαίνιση του χώρου. Ο λόγος που δεν άλλαξε προφίλ είναι για να μην αλλοιωθεί ο χαρακτήρας του. «Μηνύματα παίρνεις και από τους πελάτες. Σου λένε ότι χαίρονται που το θυμούνται έτσι από τότε που ήταν παιδιά. Κι εγώ έτσι το βρήκα και καταλαβαίνω ότι δεν πρέπει να αλλοιωθεί»

Κρίνος

Η ιστορία του καταστήματος αρχίζει το 1855 όταν ο φαρμακοποιός Σταμάτης Κρίνος άνοιξε εδώ το πρώτο φαρμακείο της Αθήνας, φωτογραφίες του οποίου υπάρχουν ακόμα αναρτημένες στους τοίχους. Επρόκειτο για μια διώροφη κατοικία που στέγαζε το φαρμακείο στο ισόγειο. Ο Μηνάς Κασιμάτης, πρόσφυγας από τη Σμύρνη, ενοικίασε τον χώρο και άνοιξε το ζαχαροπλαστείο το 1923 μέχρι περίπου το 1955, οπότε και άρχισε τη διαδικασία αγοράς, ενώ διατήρησε το όνομα του προκατόχου επειδή ήταν ήδη πολύ γνωστό. Οι Ελληνες της Μικράς Ασίας έφεραν μαζί τους νέα πνοή στη ζαχαροπλαστική και τη μαγειρική της Ελλάδας, εμπλουτίζοντάς τη με νέες γεύσεις, αρώματα και συνδυασμούς. Ο Κασιμάτης ήταν ένας από εκείνους.

Ο Γιώργος Φριλίγκος, που μου μίλησε, ήταν από μικρός μέσα στην οικογένεια των ιδιοκτητών και βρισκόταν καθημερινά στο μαγαζί κάνοντας διάφορες δουλειές. Το 1966 μπαίνει πιο ενεργά στην επιχείρηση και από το 1978 έχει αναλάβει επικεφαλής μετά τον θάνατο του Κασιμάτη. «Σαν κατάστημα του Κέντρου περάσαμε και περνάμε όλη την ταλαιπωρία με τις κοινωνικές αναταραχές. Τα τελευταία χρόνια με τα διάφορα εμπορικά κέντρα που άνοιξαν γύρω από την Αθήνα, η εμπορική δύναμη της περιοχής έπεσε, αλλά το Κέντρο έχει ανέβει τουριστικά επειδή καταβάλλονται προσπάθειες να τονωθεί η τουριστική προοπτική της πόλης. Υπάρχουν πολλές επιχειρήσεις που οργανώνουν γκρουπ γευσιγνωσίας στην Αθήνα, οπότε μας έρχονται πολλοί τουρίστες που δοκιμάζουν λουκουμάδες σαν παραδοσιακό προϊόν».

Και από εδώ έχουν περάσει γενιές και γενιές, προσωπικότητες, δημοσιογράφοι, πολιτικοί, καλλιτέχνες, άνθρωποι του πνεύματος. «Ειδικά στις μεγάλες γιορτές όπως τα Χριστούγεννα και το Πάσχα ο κόσμος ανέβαινε στο Κέντρο και στην Αιόλου για βόλτα και στον Κρίνο για γλυκό, επειδή τότε το ζαχαροπλαστείο είχε όλη την γκάμα των γλυκών», λέει. «Ηταν επίσης ένα μεγάλο και γνωστό κέντρο αναφοράς για τους Μικρασιάτες και ειδικά τους Σμυρνιούς που έρχονταν και ζητούσαν παραδοσιακά γλυκά της Μικράς Ασίας».

Τις γιορτές των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς η Αιόλου έκλεινε μέχρι την Πλάκα από τον κόσμο και τους πάγκους των μικροπωλητών που πουλούσαν κάθε λογής πράγματα. «Χάζευα τα παιχνίδια σαν πιτσιρικάς που ήμουν και παρασυρμένος έφευγα από το μαγαζί και έφτανα στην Πλάκα. Τότε ο πατέρας μου και άλλοι έτρεχαν να με μαζέψουν για να γυρίσω στο μαγαζί. Ηταν μια άλλη εποχή, πολύ όμορφη. Θυμάμαι όλη μου τη ζωή να περνάει εδώ μέσα».

Ο Κρίνος διατηρεί ακόμα και σήμερα στη διακόσμησή του τη μαγική ατμόσφαιρα του παρελθόντος, από τις καρέκλες και τα τραπέζια μέχρι τον φωτισμό και τα χρώματα. Μπαίνοντας, μεταφέρεσαι νοερά στις εποχές τις οποίες περιγράφει ο συνομιλητής μου, ένα συναίσθημα σπάνιο και πολύτιμο στην Αθήνα. «Το 2003 έκλεισε για λίγο η επιχείρηση προκειμένου να γίνει ριζική ανακαίνιση. Ετσι έμεινε μόνο ο πέτρινος σκελετός του κτιρίου και όλα τα άλλα άλλαξαν. Είχε προηγηθεί μεγάλη συζήτηση και με τους συνεταίρους και ευτυχώς αποφασίσαμε να διατηρήσουμε την ατμόσφαιρα που υπήρχε, να μη χάσουμε το στυλ μας. Είχα προτάσεις από πολλούς αρχιτέκτονες με διάφορες ιδέες, αλλά αρνήθηκα και χαίρομαι που τελικά ο κόσμος το εκτιμά. Αυτό έγινε ενδεχομένως εις βάρος της επιχείρησης αλλά δεν το μετανιώνουμε. Δεν βγάζουμε, για παράδειγμα, τραπεζάκια έξω, δεν ξέρω αν είναι χαζό αλλά δεν θέλουμε. Τα σιδερένια τραπέζια μας είναι τουλάχιστον 70 ετών και ιδρώσαμε να βρούμε τις σωστές καρέκλες». Ο κ. Φριλίγκος τονίζει ότι η «νοοτροπία των παλιών», που δεν ήθελαν να δανείζονται, είναι αυτή που έσωσε την επιχείρηση από τις δυσκολίες μέσα στην κρίση. Δεν δανείζονταν, αλλά έριχναν όσα κεφάλαια μπορούσαν στη δουλειά ακολουθώντας την αρχή «απλώνουμε τα πόδια μας όσο φτάνει το πάπλωμα, δεν τα βγάζουμε έξω»!

Η νεολαία ζητάει σήμερα παραλλαγές των κλασικών λουκουμάδων με πραλίνα και παγωτό, αν και πολλοί ανακαλύπτουν τη μοναδικότητα της απλής γεύσης της παραδοσιακής παλιάς συνταγής. «Δεν ξέρω αν μπορώ να δώσω συμβουλές στους νέους επιχειρηματίες, αλλά ό,τι επιλέξουν να κάνουν, να του δώσουν ταυτότητα ώστε ο πελάτης να έχει κάποιο συγκεκριμένο λόγο να έρθει. Η ταυτότητα και η πολλή δουλειά είναι βασικά. Εγώ είμαι ακόμα εδώ 12 ώρες την μέρα. Η τυποποίηση των πρϊόντων δεν είναι πάντα καλή. Το καλό θέλει προσπάθεια και υπομονή».

Οπως μου λέει ο κ. Φριλίγκος, η επιχείρηση έχει ένα μικρό πρόβλημα διαδοχής που ελπίζει να λυθεί αφού «αυτές οι δουλειές δεν είναι πάντα ελκυστικές στους νέους. Τα παιδιά μου θέλουν να κάνουν κάτι δικό τους, οπότε να δούμε τι θα γίνει». Κλείσαμε την κουβέντα μας εκφράζοντας την άποψή μου ότι ένα τόσο παλιό μαγαζί πρέπει να παραμείνει ανοιχτό επειδή κουβαλάει επάνω του την ιστορία της πόλης, μια άποψη που θέλω να πιστεύω ότι πολλοί άλλοι ρομαντικοί εκεί έξω ασπάζονται.

Η Στάνη

Στον πεζόδρομο της οδού Κοτοπούλη, στην Ομόνοια, βρίσκουμε τη Στάνη, ένα μικρό γαλακτοπωλείο-ζαχαροπλαστείο που είναι σωστό στολίδι όχι μόνο για την ταλαιπωρημένη αυτή γειτονιά, αλλά και για ολόκληρη την πρωτεύουσα. Τα πάντα εδώ παραπέμπουν στην εποχή του απόλυτου ρομαντισμού, από τα φώτα μέχρι τις βιτρίνες, τα καθίσματα, τα αρώματα, τη διακριτική μουσική και το άψογο -ευρωπαϊκού επιπέδου- σέρβις. Αναρωτιέται κανείς γιατί να μην υπάρχουν πολλές περισσσότερες ανάλογες επιχειρήσεις που ακτινοβολούν αρχοντιά και ιστορία.

Η επιχείρηση ξεκίνησε το 1931 στον Πειραιά από τον παππού του Θανάση Καραγιώργου, έναν ευγενέστατο και καλλιεργημένο άνθρωπο που συνάντησα εκεί ένα απόγευμα. Στον Β” Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν βομβαρδίστηκε το λιμάνι από τους Γερμανούς, ήταν αναγκαία η μετεγκατάσταση του καταστήματος και έτσι μεταφέρθηκε στο κέντρο της Αθήνας όπου και λειτουργεί από το 1949. Το μαγαζί αγαπήθηκε γρήγορα και το 1953 του απονεμήθηκε δίπλωμα για το γιαούρτι του από την Διεθνή Εκθεση Θεσσαλονίκης. Σε ένα τοίχο είναι αναρτημένες περήφανες οι… περγαμηνές που έχει κερδίσει στα τόσα χρόνια λειτουργίας του για την ποιότητα των προϊόντων που προσφέρει.

Από τις πιο συγκινητικές σελίδες της ιστορίας του μαγαζιού, όπως επισημαίνει ο κ. Καραγιώργος, που έχει μπει πολύ ενεργά στην επιχείρηση από το 1995, είναι όταν παλιοί πελάτες λένε ότι έρχονται από όταν ήταν φοιτητές. «Οπως εμείς είμαστε τρεις γενιές στο κατάστημα, έτσι ειναι και η πελατεία μας» λέει χαρακτηριστικά. Ο ίδιος, έρχεται στο κατάστημα από τότε που ηταν μαθητής και μετά στρατιώτης.

«Για να έχεις καλό αποτέλεσμα πρέπει να είσαι συνυφασμένος με την επιχείρηση και όχι περιστασιακός. Η παρουσία σου είναι απαραίτητη. Είναι δεσμευτικό, χωρίς ξεκούραση ακόμα και τις γιορτές ή τα σαββατοκύριακα. Οι συνεργάτες μας είναι αφοσιωμένοι και είμαστε τυχεροί, αλλά χρειάζεται μια κεντρική οργάνωση που θα διευκολύνει τους πάντες. Η δουλειά μας είναι προσωποκεντρική για τον πελάτη. Υπάρχει μια ανταλλαγή ενέργειας μαζί του. Δίνουμε αφοσίωση και παίρνουμε αγάπη που, πιστέψτε με, είναι σημαντικότερη από το οικονομικό όφελος. Ερχονται ξανά, για παράδειγμα, μετά από 40 χρόνια άνθρωποι που μετανάστευσαν στο εξωτερικό και είναι συγκινημένοι που μας ξαναβρίσκουν. Κάτι τέτοια μας κάνουν περήφανους και πιο αποφασισμένους να συνεχίσουμε». Ενδεικτικό της αφοσίωσής του στη δουλειά είναι και το γεγονός ότι η συνέντευξη διακόπηκε αρκετές φορές προκειμένου να εξυπηρετήσει προσωπικά πελάτες, που ομολογώ ήταν κομψότατοι.

Και από εδώ έχουν περάσει μεγάλες προσωπικότητες, όπως η Μπέλλου, η Βασιλειάδου, «αλλά δεν θέλω να αναφερθώ σε όσους ακόμα ζουν, από διακριτικότητα», μου τονίζει ο κ. Καραγιώργος. Την εποχή που στην περιοχή λειτουργούσαν θέατρα και κινηματογράφοι, οι γύρω δρόμοι ήταν γεμάτοι κόσμο και οι επιχειρήσεις γνώριζαν πιένες. Η Ομόνοια ήταν τότε το κέντρο της Ελλάδας και όχι μόνο της Αθήνας. Εκτός από τα πασίγνωστα γιαούρτια της, η Στάνη είναι διάσημη και για τις κρέμες, τα γαλακτομπούρεκα και -εδώ και καιρό- για τα υπόλοιπα σιροπιαστά και τις πάστες της. Η κρίση πέρασε και από εδώ, αλλά με προσπάθειες των ιδιοκτητών οι τιμές έχουν παραμείνει στα επίπεδα του 2003, κάτι που εκτιμήθηκε δεόντως από το 2009 και μετά όταν άρχισε η κρίση και ο κόσμος «στενεύτηκε». «Η φιλοσοφία μας είναι να στηρίζουμε τον πελάτη που με τη σειρά του μας εμπιστεύεται και έτσι μπορέσαμε και κρατήσαμε την παραγωγή μας σε επίπεδα προ-κρίσης, αν και με μικρότερο κέρδος».

Κτιστάκης

Ισως οι πιο ιδιαίτεροι λουκουμάδες της Αθήνας. Οι μικρές χρυσές μπάλες ζύμης βουτηγμένες στο σιρόπι και πασπαλισμένες με σουσάμι αποτελούν τη σφραγίδα του Κτιστάκη και έχουν το δικό τους φανατικό κοινό στην πόλη. Οι πρώτοι φτιάχτηκαν στα Χανιά το 1912 από τον παππού του Θοδωρή Κτιστάκη, ο οποίος μου εξιστορεί το παρελθόν αλλά και το παρόν μιας επιχείρησης που είναι πλέον ονομαστή και από μόνη της ένα trademark. Η συνταγή είναι από την Αλεξάνδρεια όπου ζούσε ο παππούς του και εργαζόταν σε ελληνικό ζαχαροπλαστείο. Λίγο πριν επιστρέψει στην Ελλάδα του έδωσαν τη συνταγή υπό τον όρο να μην ανοίξει ποτέ λουκουματζίδικο στην Αλεξάνδρεια. Εκείνος πήγε στα Χανιά όπου και γνώρισε μεγάλη επιτυχία. Η Κατοχή και ο Εμφύλιος τον άφησαν κατεστραμένο και τo 1953 τα τρία αδέλφια της οικογένειας ήρθαν στην Αθήνα. Εδώ, άνοιξαν το λουκουματζίδικό τους στην οδό Αγίου Κωνσταντίνου στην Ομόνοια, όπου και στεγάστηκε μέχρι το 1997 όταν μετακόμισε λίγα μέτρα παραδίπλα στην οδό Σωκράτους όπου και βρίσκεται από τότε. Και σε αυτό το ιστορικό μαγαζί της Αθήνας, ο χρόνος μοιάζει να έχει σταματήσει με τα παραδοσιακά παλιού στιλ τραπεζοκαθίσματα και τον απόλυτα λιτό διάκοσμο. Το focus είναι αυστηρά στους λουκουμάδες, το μοναδικό προϊόν που σερβίρεται. Οταν έπιασα την πρώτη μου δουλειά, εξωτερικός υπάλληλος σε εταιρεία της περιοχής, κάθε πρωί περνούσα από εδώ για να πάρω την ενέργεια που χρειαζόμουν και οχι μόνο από μια μερίδα. Του το είπα και ο κ. Κτιστάκης έβαλε τα γέλια.

«Είμαι εδώ από 18 ετών» μου εξηγεί ο ίδιος (43 ετών σήμερα) για τη συμμετοχή του στην επιχείρηση. «Η ιστορία του χώρου είναι μεγάλη ευθύνη για εμάς που συνεχίζουμε. Τώρα συνειδητοποιώ πόσο καιρό έχω περάσει εδώ. Καθημερινά περνούν γενιές πελατών, υποδέχομαι νέους και αποχαιρετώ άλλους». Η αγάπη και η προσωπική σχέση με τους πελάτες ίσως φαίνεται από την ιστορία που μου λέει για μια πολύ ηλικιωμένη πελάτισσα, η οποία λίγο πριν πεθάνει το μοναδικό πράγμα που ζήτησε από τα παιδιά της ήταν να της φέρουν μια μερίδα λουκουμάδες από τον Κτιστάκη. «Ηρθαν και μου το είπαν, τους ετοίμασα, αλλά τους πήγα εγώ ο ίδιος, πολύ συγκινημένος. Ναι, η αγάπη του κόσμου είναι μεγάλη. Ερχονται άλλοι από την Κύπρο, όπου κι εκεί υπάρχουν παρόμοιοι λουκουμάδες, και θέλουν να πάρουν μερίδες μαζί τους επειδή θεωρούν ότι οι δικοί μας είναι ιδιαίτεροι», μου λέει για το προϊόν τους που είναι αυστηρά χειροποίητο και βγαίνει σιγά σιγά σε μικρές ποσότητες, ενώ, όπως τονίζει συνωμοτικά, τρώγεται καλύτερα όταν κρυώσει λίγο σε θερμοκρασία δωματίου. Συχνά τους ζητούν να ταχυδρομήσουν μερίδες σε υπερπόντιους προορισμούς όπως η Νέα Ζηλανδία ή η Ιρλανδία!

Το κατάστημα γνώρισε μεγάλες δόξες και έγινε στέκι πολλών καλλιτεχνών από το γειτονικό Εθνικό Θέατρο, όπως ο Μάνος Κατράκης, που ήταν καθημερινός πελάτης, πολιτικών, όπως ο Σοφοκλής Βενιζέλος, και άλλων προσωπικοτήτων. Η κρίση άφησε κι εδώ τα ίχνη της, παρά το γεγονός ότι οι καλοί πιστοί πελάτες περνούν ξανά και ξανά, όπως και στελέχη επιχειρήσεων που παίρνουν μερίδες για τους συναδέλφους στο γραφείο ή για κεράσματα σε γιορτές -κάτι που είναι πολύ δημοφιλές με τους «λουκουμάδες Κτιστάκη».

Πηγή (Metropolispress)

tags: blogging